Σελίδες

10.4.14

Dark matter(s)

Το ρολόι στέκει παγωμένο πάνω στον τοίχο και ένας αργόσυρτος θόρυβος από έξω κάνει το πάτωμα να τρίζει. Σκιές περνούν διαδοχικά μπροστά από το φως του δωματίου σχηματίζοντας απέναντι μια φιγούρα που μου μοιάζει. Αίμα και παγωμένος ιδρώτας έχουν εμποτίσει κάθε σπιθαμή του χώρου γεμίζοντας τον σκόνη. Το στρώμα με καταπίνει ολόκληρο και δεν μπορώ να σηκωθώ, κάποιος ήρθε και με έδεσε στο κρεβάτι. Προσπαθώ να φωνάξω μπας και κανείς με ακούσει μα η φωνή δεν συγχρονίζεται με το στόμα μου. Φοβάμαι. Δεν έχω ιδέα που βρίσκομαι ή έστω πως στο διάολο παγιδεύτηκα εδώ μέσα, με μια ανεστραμμένη εικόνα του εαυτού μου να με κοιτάζει επίμονα ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους που κάπου έχω ξαναδεί, και το μισώ όταν συμβαίνει αυτό.

Κάτι δεν πάει καλά εδώ μέσα. Αυτό το δωμάτιο όλο και μικραίνει, οι τοίχοι έρχονται όλο και πιο κοντά στο σώμα μου και το ταβάνι κοντεύει να πέσει στο κεφάλι μου. Δεν αντέχεται και αυτή η φασαρία των δίπλα. Τους ακούω να τριγυρνούν πίσω από τους τοίχους μασουλώντας τις μουχλιασμένες ταπετσαρίες και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Ο ένας φωνάζει σε ένα κουτί, η άλλη κλαίει στο τηλέφωνο και ο άλλος ξεσπάει πάνω μου. Οι φωνές τους κάνουν ηχώ μέσα στο κεφάλι μου και κοντεύουν να με τρελάνουν. Αυτό το σπίτι με πνίγει, δεν χωράω εδώ μέσα. Με την ώρα να (μην) περνάει, με κατακλύζει όλο και περισσότερο η αίσθηση πως οι ώρες έχουν γίνει μέρες και εγώ έχω ξεμείνει εδώ, να τους ακούω να πλησιάζουν όλο και περισσότερο προς το μέρος μου, ελπίζοντας πως θα βαρεθούν να σκαλίζουν τους τοίχους και θα με αφήσουν στην ησυχία μου.

Οι καθρέφτες στον θάλαμο φαίνονται χαλασμένοι. Το γυαλί με τα χρόνια θόλωσε και η εικόνα γέμισε παράσιτα. Δεν μπορούσα να θυμηθώ την τελευταία φορά που με αντίκρισα και πήρα το θάρρος να κοιτάξω καταπάνω του. Μαλακία μου. Το αλλοιωμένο είδωλο ξεκολλάει με μιας από την επιφάνεια του γυαλιού και με διαπερνά, παίρνοντας παράλληλα σχήμα στο ισχνό, γεμισμένο από ραγισμένα οστά και πλημμυρισμένο με αποκρουστικές ουλές σώμα μου. Η σάρκα μου έχει λιώσει και οι πληγές που την αναπληρώνουν μοιάζουν τόσο ανελέητα σκαλισμένες που φτάνουν μέχρι μέσα. Τα όργανα μου στέκουν τελείως σάπια και τα κόκκαλα μου έχουν σκουριάσει τόσο που τα ακούω να τρίβονται. Δεν ξέρω πως καταφέρνω και κρατιέμαι ακόμα ακέραιος χωρίς να σπάω σαν κλαδί, την στιγμή που κάθε κομμάτι μου περιμένει αγωνιωδώς να πέσει και να γίνει ένα με τα υπόλοιπα στο πάτωμα. Δεν μπορώ να διαχειριστώ την θέα του σημαδεμένου φρικιού που δεν έχει κουράγιο να αντικρίσει την ίδια του την μούρη. Η εικόνα μου είναι τόσο αποθαρρυντική που μου προκαλεί αναγούλα. Το κεφάλι μου μετά βίας στέκει στη θέση του, μολυσμένο και κούφιο, να μου θυμίζει κάθε λεπτό που (δεν) περνάει πόσο πολύ θέλω να τρίψω με τα μισοφαγωμένα νύχια μου το αποκρουστικό πετσί που απέμεινε μέχρι να φανεί το κόκκαλο και να κάτσω ικανοποιημένος σε μια γωνία του δωματίου όσο εξατμίζομαι που δεν θα με ξαναδώ ποτέ.

Η σκόνη εγκλωβίζει το φως και στραγγίζει τον χώρο από οξυγόνο. Βλέπω τα πνευμόνια μου να κλείνουν και με πιάνουν σπασμοί μέχρι να μουδιάσω. Τα μάτια μου πιάνουν φευγαλέα τους δείκτες να ξεκολλούν από το καντράν και να γυρίζουν με αντίθετη φορά. Οι φωνές από έξω ενώνονται σε έναν οξύ ήχο που διατρυπά, λυγίζει και λιώνει τα πάντα μέσα στο δωμάτιο, ενώ μέσα στο χάος τα τελευταία γρανάζια της μνήμης μου ξεκίνησαν ακαριαία να δουλεύουν. Όλα άρχισαν να βγάζουν νόημα. Θυμάμαι. Γνωρίζω τι κρυβόταν πίσω από την πόρτα και τρομάζω. Η φασαρία που με ανατρίχιαζε ήταν μια παρέλαση ανόητων παλιάτσων που βάδιζαν τυχαία γύρω από τον θάλαμο με μια ματαιότητα πιο γελοία και από τις μάσκες τους. Τίποτα παραπάνω από ένα μάτσο διπρόσωποι παπάρες που πάσχιζαν μανιωδώς να διαφέρουν από το συρφετό, χωρίς κανείς τους να μοιάζει πρόθυμος να το εγκαταλείψει. Εκεί έξω οι μόνοι είναι αυτόματα ευάλωτοι και οι αδυναμίες στόχος. Η αλλοκοτιά είναι έγκλημα και το κενό τιμωρία. Δεν τους φτάνει να σε βλέπουν να κάμπτεσαι και να σπας, σε χτυπούν με τα άψυχα βλέμματα τους και σου εμβολίζουν το κρανίο ενοχές μέχρι να εκραγεί.

Ένιωθα τόσο ηλίθιος που δεν συμμεριζόμουν τους κανόνες τους, μέχρι που σταμάτησαν να με ενδιαφέρουν τέτοιες μαλακίες. Είχα πλέον σιχαθεί όλους τους ατάλαντους κομπάρσους που είχαν μοναδικό ρόλο να με γεμίζουν κενά. Είχα σπαταλήσει τα χρόνια μου περιμένοντας τη μέρα που θα θυμάμαι όλες αυτές τις παπαριές και θα γελάω με την πάρτη μου, αλλά αυτή η μέρα δεν ήρθε ποτέ. Θέλω να ξεράσω, να βγάλω από το γαμημένο στομάχι μου ό,τι με διαβρώνει και να σβήσω κάθε ανάμνηση της κατάντιας μου. Βαρέθηκα να νομίζω συνεχώς πως τα έχω χάσει. Κάθε λεπτό που περνά απομακρύνομαι και λίγο ακόμα από τον ίδιο μου τον εαυτό. Η σκιά απέναντι πήρε την θέση μου και εγώ την δική της. Τα στίγματα άρχισαν να με πνίγουν, τα ανδρείκελα έφτασαν έξω από την πόρτα μου και εγώ κατέληξα να αγαπώ μια φυλακή που θα με σκοτώσει. Δεν ξέρω καν τι στο διάολο έκανα στον εαυτό μου και συμβιβάστηκα να κλειδωθώ μέσα σε έναν κωλοθάλαμο γεμάτο καθρέφτες που με κοιτούν από κάθε γωνία μη τυχόν και ξεχάσω τι είμαι.

Το ρολόι μοιάζει να δουλεύει και πάλι, μόνο που τώρα πάει κάτι ώρες πίσω. Το φως έκλεισε και γέμισε πίσσα το δωμάτιο. Οι καθρέφτες είναι πλέον κλειστοί και ο θόρυβος  έπαψε να με ενοχλεί. Οι τοίχοι άρχισαν να παίρνουν το σχήμα μου και είναι έτοιμοι να με συνθλίψουν, πρέπει να φύγω. Φόρεσα πρόχειρα το πετσί μου πάνω από τα κόκκαλα και σύρθηκα στην μισάνοιχτη πόρτα, όσο το πλήθος έξω φώναζε το όνομα μου. Προσπαθώ να βρω τα βήματα μου μα το ετοιμοθάνατο κορμί μου δεν ανταποκρίνεται. Οι γύρω μου έχουν φρικάρει και εγώ με το ζόρι μπορώ να περπατήσω. Με βλέπουν να καταρρέω και γελούν. Με γδύνουν, με τρώνε και με φτύνουν μέχρι να χορτάσει το Εγώ τους, ίσα ίσα για να ξεχάσουν πόσο πολύ μοιάζουμε. Σέρνω το κουφάρι μου ανάμεσα σε υποκριτές και όσο προχωρώ το συνηθίζω. Είναι το τελευταίο πράγμα που μου θυμίζει πόσο κενός είμαι που άφησα να με κάνουν αυτό που πάντα ήθελαν να γίνω: ένα παράδειγμα προς αποφυγή, ένα τέρας που προκαλεί μόνο οίκτο, ένας άσχημος παλιάτσος να γεμίζει τα κενά μιας παρέλασης εκατομμυρίων.

Δεν προλαβαίνω, το ξέρω. Ο χρόνος μου σε λίγο λήγει, αλλά ακόμη, όσο χαρούμενοι και πλήρης να δείχνουν εκείνοι, το κενό δεν γεμίζει. Απέτυχα ξανά. Μπορώ να κοροϊδεύω τους άλλους, αλλά όχι και την πάρτη μου· τα παιχνίδια και τα ψέματα σταμάτησαν να έχουν πλάκα εδώ και καιρό. Δεν με αντέχω άλλο. Γέρασα. Η μετάσταση πέρασε από μέσα προς τα έξω και με άδειασε. Το μυαλό μου δουλεύει υπερωρίες και δεν βαστάει άλλο. Κάθε μέρα ξεχνώ αυτά που έμαθα την προηγούμενη και ξοδεύω άσκοπα τον χρόνο μου προσπαθώντας να λύσω ένα παζλ με λάθος κομμάτια. Κατέληξα ισόβια καταδικασμένος να επαναλαμβάνω την ίδια διαδικασία κάθε μέρα, ξανά και ξανά, μόνο και μόνο για εκείνους τους αχάριστους έξω από το δωμάτιο μου, και όλα αυτά γιατί; Για να βρω κάτι να απασχολώ το κεφάλι μου προτού τρελαθώ. Για να αισθανθώ ξανά σε κάτι χρήσιμος. Για να θυμηθώ πάλι την τελευταία φορά που γέλασα. Για να ξεχάσω το πόσο εθισμένος έγινα στην ευδαιμονία των άλλων που έχασα την δικιά μου. Για να μπορέσω μια μέρα να κοιμηθώ χωρίς να μου προκαλώ ουλές, χωρίς να δένω τον εαυτό μου στο κρεβάτι, χωρίς να κοιτάζω το ρολόι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου