Σελίδες

12.10.15

Stockholm lett(/h)er(/)s

 
(i)

Και πόσο θα 'θελα να μπορώ να σου πω πως δεν είναι αυτό που νομίζεις.
Κλισέ, ε; Δεν γαμιέται, αλλού είναι το νόημα εδώ.

Μήνες προσπαθούσα να σου γράψω όμως πάντα κάτι μου εξόριζε τη γλώσσα στον οισοφάγο και με έπνιγε στο σάλιο μου. Έψαχνα χαρτί μη τα ξεχάσω μα όλα είχαν πάνω τους σκόρπιες κάτι ξεχασμένες γραμμές φυγής σου- ή τέλος πάντων ό,τι ήταν αυτό που άφησες πίσω σου. Μην νομίζεις, δεν είμαι πια απογοητευμένος από εμένα, κουρασμένος είμαι. Κι αν κάτι με κουράζει περισσότερο από την πάρτη μου, είναι ο άσχημος μου χαρακτήρας που καταντάει γραφικός, στριμώχνοντας λέξεις δίχως συνοχή μεταξύ τους σε κάθε πρόταση, μόνο και μόνο για να νιώθω πως με νιώθεις κι εσύ κάπως.

Αλλά δεν νομίζω να κατανοήσεις ποτέ πλήρως πόσο δύσκολο είναι για εμένα να σου γράφω τέτοιες πίπες. Όχι πως θα τις διαβάσεις και ποτέ. Μα αν τις διάβαζες, κάπου εδώ ανάμεσα θα αναρωτιόσουν γιατί σου γράφω άδικα, γιατί μπαίνω στον κόπο για ενδοσκόπηση τώρα ή γιατί δεν έβρισκα τα αρχίδια να στα πω κατάμουτρα όταν προλάβαινα ακόμη.

Ίσως να' ναι αυτές οι τύψεις που μου καίνε το στήθος κάθε πρωί γιατί νιώθω πως σε πρόδωσα.

Εκεί που το ρολόι μαζί σου έγραφε πιο τρελά και από πειραγμένο ταξί. Θάβοντας τα δάχτυλα μου στα μαλλιά σου, αγγίζοντας τους ώμους σου, φιλώντας κάθε σπιθαμή σου, κι ακόμα και τότε τα μάτια μου έμεναν καρφωμένα στις πνιγμένες στο σκοτάδι γωνίες στο ταβάνι αντί στις αχτίδες που χτυπούσαν τον λαιμό και τη μύτη σου.
Εκεί που σκεφτόμουν πάλι τα δικά μου. Ούτε εσένα, ούτε καμιά άλλη, μόνο τις μαλακίες που μου μαυρίζουν την ψυχή και δεν κατάφερα ποτέ να σου εκφράσω.
Εκεί που σου 'παιξα πουστιά, γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω πως είχα κάποιον να στηριχτώ.
Εκεί που σου είπα ψέματα για να πω σε εμένα ψέματα.

Δεν το άξιζες. Τόσα μύρια λεπτά μαζί και παραλίγο να ξεχάσω όσα είχε φτιάξει το κεφάλι μου για χρόνια.
Kαι ρε γαμώτο, για λίγο έχασες.

Κι εγώ έχασα εσένα.
Και κόστισε πολύ περισσότερο απ' όσο νομίζεις. Το δεύτερο πιο ακριβό πράγμα που θα πληρώσω ποτέ, μετά το εισιτήριο για να 'ρθω να σε βρω.

Ποτέ δεν στο είπα αυτό. Δεν πρόλαβα. Και ίσως για καλό, γιατί συνήθιζες όσα χέρια σε άγγιζαν κατα λάθος να τα φιλάς κι όσα έγερναν πάνω σου απελπισμένα να τα κόβεις. Κι εγώ δεν μπορώ να κρύβω άλλο τις προθέσεις μου, προσπαθώντας να σε πιάσω με τα δόντια μου.

“Μα γιατί;”.

Γιατί οι ανασφάλειες ανοίγουν πάλι τα διαστήματα στα κάγκελα του μπαλκονιού μου. Ήμουν βλέπεις απασχολημένος να με μισώ για τόσο πολύ και δύσκολο να ξεσυνηθίσω.
Και δεν είμαι σίγουρος πως θέλω να καταλήξει έτσι.

(ii)

Θέλω βοήθεια, το ξέρω.

Ίσως περισσότερη κι από το πως να αρχίζω αυτά τα γράμματα.
Γιατί από κάτι τέτοια είναι που φαίνομαι στ' αλήθεια γελοίος και ηλίθιος. Αλλά το να σου γράφω όσα δεν πρόφτασα να ξεστομίσω έγινε ανάγκη ίδια με το φαΐ και τον ύπνο, και τα δύο τελευταία τα έχω πλέον κόψει· να μου μένει ίσα ίσα λίγος χρόνος να σου γράφω ένα κάρο γραμμές μέχρι να σκάσει και η ρεζέρβα που έχω για χέρι. Κι ας ξεχνάω πως γράφεται η κάθε λέξη, κι ας με περνάς για μαλακισμένο.

Μα τότε δεν με πείραζε και τόσο. Τίποτα δικό σου δεν με πείραζε. Είχα πέσει στην ανάγκη σου. Μου 'δινες κάτι τετραγωνικά ελπίδας για να ζω μέσα τους με συγκάτοικο εσένα. Αποτυχημένη συγκατοίκηση μεν, αρκετή για να νιώσω άνετα με κάποιον που ζει έξω απ' το κεφάλι μου δε. Αρκετή για να νιώσω πως θα μπορούσα να είμαι κάποιος άλλος, κάποιος λιγότερο σκατά. Κάποιος που δεν γράφει άδικα ένα σωρό επιστολές χωρίς παραλήπτη.

Κάποιος που φυσικά δεν κατάλαβες ποτέ.
Και θα συνέχιζες να τον πιέζεις στη μέγγενη σαν έντομο.
Και αυτό θα καθόταν σαν πειθήνιο πειραματόζωο. Και ξέρεις γιατί;

Πάντα ήσουν κάτι λιγάκι πιο ιδιόμορφο από μια παροδική καύλα.
Πάντα ήσουν κάτι ένα όμορφο παράσιτο που ρίζωνε για τα καλά μέσα μου.
Πάντα ήσουν κάτι τόσο ψυχοφθόρο, αλλά τόσο πιο ιδιαίτερο από το γαμήσι.

Και δεν ήθελα να το χάσω αυτό με τίποτα.

Θέλω βοήθεια, το ξέρω.
Mα είμαι υπερβολικά μαλάκας για να το παραδεχθώ, κι εσύ δεν είσαι εδώ για να με ακούσεις να το λέω, ούτε να απαντήσεις στα γράμματα μου. Και κατέληξα πιο περιττός, πιο εγκεφαλικά παρωχημένος από όλα τους. Και σε αυτό φταίω εγώ, φταις εσύ, φταίει και αυτή η μαλακία που ακόμα δεν με αφήνει να εκφραστώ και αφήνει τα πάντα τόσο αναρχειοθετημένα μέσα μου που δεν βγάζουν νόημα πια ούτε σε εμένα.

Βοήθησε με, σε παρακαλώ. Έκανα λάθος. Θέλω να τα βρω μαζί σου για να τα βρω επιτέλους και λίγο με την πάρτη μου.

Δεν θέλω να μείνω πάλι πίσω.
Δεν θέλω να συνεχίσω να χάνω τον εαυτό μου.

Θέλω να νιώσω ασφαλής για λίγο· να νιώσω σαν τους άλλους, κι ας λένε πως είναι πληκτικά. Είδαμε πόσο σκατά είναι και τα ενδιαφέροντα. Σε εκλιπαρώ, τι άλλο περιμένεις από εμένα να πω; Να, πάρε μου τη ψυχή και λιώσε τη στην πλήξη σου. Μόνο δώσε μου το χέρι σου να μεγαλώσω μαζί σου κάτω από τη γη. Σε ικετεύω, φοβάμαι μόνος.

“Μα γιατί;”.

Γιατί είσαι ό,τι θέλω (να γίνω). Είσαι ό,τι χρειάζομαι (να γίνω).

(iii)

Οι μαλακίες που σου γράφω άρχισαν να μοιάζουν με κακογραμμένο συναξάρι κάποιου μούλικου που έμαθε γραφή και ξέχασε ανάγνωση.
Ή έστω λίγο με τη γλώσσα σου, που την άφηνες ακλάδευτη επίτηδες· να με τρυπάει χειρότερα και από σκατά μπύρα σε άδειο στομάχι.

Το παραδέχτηκα πλέον και στον εαυτό μου. Ο μόνος λόγος που μένω ακόμη γαντζωμένος πάνω σου είναι γιατί έχω ξεμείνει από προοπτικές και προορισμούς να κυνηγήσω. Σε ό,τι πίσσα και να χαράξω την αφετηρία μου, πάντα θα καταλήγω πάνω σε τοίχους που κλείνουν δρόμους και ανοίγουν μυαλά.

Βλέπεις, όσα δεν τόλμησα να πω προσπάθησα να στα δείξω και όσα κατάπια μαζί σου τα ξερνάω πλέον από μόνος μαζεμένα εδώ ανάμεσα. Αλλά μάταια τον κάνεις πια τον κόπο, θα έλεγες. Και αυτό θα ήταν τόσο αστείο.

Γιατί εσύ ήσουν χειρότερη.

Μια φαντασιόπληκτη. Αυτό ήσουν πάντα. Μια πληκτική που ανέβαλε συνεχώς την πλήξη της από φόβο, φορώντας στο κεφάλι ένα ζευγάρι αφτιά πιο λαίμαργα κι από το κορμί της για να τα ταΐζει μαζί με τους άλλους με μάταιες μαλακίες. Μα η μουσική που ακούς είναι σκατά και η παρέα που ταΐζεις πιο βαρετή και από εσένα. Γεμίζεις το σκατοκαύκαλο σου με αέρα που έχει λήξει εδώ και δεκαετίες και εικόνες που δεν θα ζήσεις ποτέ. Και αυτό το ονομάζεις ρομαντικό.

Ο ευφημισμός του μάταια ηλίθιου.
Το σανό της αγελάδας λίγο έξω απ' το σφαγείο.

Σου είναι δύσκολο- το ξέρω- να δεις ακόμα την πλήρη διάβρωση σου απ' τη χαζομάρα που σού φύτεψαν οι γέροι σου και τη βάφτισαν ζωή. Μα μην σε παίρνει από κάτω βρε κουτό, στην πορεία θα μάθεις να ζεις με αυτό και να κλαίγεσαι για αυτό. Όπως όλοι οι άλλοι.

Μόνο που δεν φταις εσύ. Φταίει που δεν ήμουν ποτέ τίποτα για εσένα παρά ένα κωλόπαιδο με γλώσσα από γυαλόχαρτο που γούσταρε να σου τρίβει την τραχεία. Όπως όλοι οι άλλοι.

Μα θα αλλάξω, θα το δεις. Θα αρχίσω να μιλάω καλύτερα και να χαμογελάω περισσότερο. Θα γίνω ακριβώς αυτό που ήθελες. Θα βρω και μια άλλη να σου μοιάζει λίγο στον κώλο να πηδιόμαστε, ίσα ίσα μωρέ να περνάει την ώρα της μέχρι να βαρεθούμε και με ξεγράψει κι εκείνη. Θα πάψω πλέον να παριστάνω και τον διαφορετικό. Δεν σου αρέσει το διαφορετικό, ποτέ δεν σου άρεσε. Αν το διαφορετικό σού ήταν έστω ανεκτό, δεν θα έπρηζες τόσα αρχίδια για να κατασταλάξεις πίσω στη ρουτίνα σου. Όπως όλοι οι άλλοι.

Αλλά ό,τι έχεις κι ό,τι απέγινες δεν στο έκαναν οι άλλοι, αλλά μόνη σου. Και στο είπα μα δεν άκουσες, πως αν συνεχίσεις να αδειάζεις το κεφάλι μου από μελάνι, στην τελευταία του σταγόνα θα το γεμίσω με μολύβι.

Και εσύ ακόμα θα αναρωτιόσουν γιατί.

Γιατί σε αγαπάω μωρή μαλάκω.

<Frank Ocean - Pyramids> 

Έχω αρρωστήσει. Βοήθεια. Δεν ξέρω τι να κάνω πλέον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου