Σελίδες

23.1.16

SC(/)SI

Τελείως άσχετο γκιφ. Μου άρεσε η πόζα της κυρίας.
"Κοίτα πως την κάνανε τη χώρα μου". 

Μια ντουζίνα παρά κάτι συλλαβές ικανές να μού χαλάσουν την δίψα μου για κραδασμούς και βρώμικα τζάμια που εκθέτουν το είδωλο μου πάνω από την πίσσα και φτερά αμαξιών αγορασμένα από ηλίθιους με ηλίθια δάνεια. Και δεν είμαι τόσο αδιάφορος- ίσως να το παίζω- απλά μ'αρέσει να μεθάω με αφηρημάδα, ίσα-ίσα να μην απελπίζομαι το βράδυ που την πέφτω. Και δεν ξέρω γιατί με πείραξε. Ίσως και να 'μαι τόσο αδιάφορος τελικά.

Κάτι μου 'σπρωχνε την γλώσσα προς τα δόντια για να πω “εσύ τι έκανες για την χώρα σου;”, αλλά το μετάνιωσα σχεδόν τόσο όσο να το έλεγα πραγματικά. Όχι γιατί θα έμπλεκα σε μια συζήτηση με τον μαλάκα που κάθεται πίσω μου και δεν ξέρει καλά καλά να εκφράζεται, μα επειδή ήξερα από πριν κάθε απάντηση του και κάθε λέξη που θα χρησιμοποιούσα για να τον αντικρούσω. Βαριόμουν. Βαριόμουν να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και τη λογική απέναντι σε έναν κρετίνο που κηρύττει την αποψάρα του σε αγνώστους που το μόνο που θέλουν είναι να πάνε σπίτι τους.

Και θα έλεγε κανείς να τον αφήσουμε στην μοίρα του, ότι ούτε ο πρώτος είναι ούτε ο τελευταίος και πως πρέπει αν όχι να τους δίνουμε σημασία, να τους ανεχόμαστε με τα μάτια στο παράθυρο και τη γλώσσα στον κώλο.

Αλλά δεν γίνεται, και δεν φταίει που χάλασαν τα ακουστικά μου, που έκαναν τα σκηνικά έξω από το σπίτι υποφερτά, σαν βαρετό βίντεο κλιπ που μόνο εγώ το βλέπω. Δεν γίνεται να ακούς ρητορική εποχής σαράντα και να αγνοείς πόσο πίσω, πόσο πιο πίσω, έχουν μείνει να βολεύονται κάποιοι μαζί με τις θολές τους αναμνήσεις. Άνθρωποι που ζέχνουν απελπισία και όνειρα επιφάνειας των σέβεντις και έιτις, ναρκωμένοι από τις συνθήκες και την μπασταρδεμένη ευμάρεια. Τις "καλές τις εποχές", που όλοι γλεντούσαμε με τους συγγενείς που θέλαμε να εξοντώσουμε και να συναγωνιστούμε σε χλιδή με κούφιο χρυσό, αγαπούσαμε το κόμμα που μάθαμε να ψηφίζουμε απ'τον πατέρα και να ζούμε όπως πρέπει για την επόμενη δεκαετία με επιτόκιο 3%. Ένα κράμα απογοήτευσης, ξαφνικού ξεπεσμού και μεγαλομανίας. Μια ψυχολογική ανακολουθία που προσκολλάται και αρρωσταίνει οποιονδήποτε έρχεται σε επαφή με τον ξενιστή.

Και να που ακούς τον διπλανό του να τον σιγοντάρει και να του βάζει λόγια όσο νεύει επιδοκιμαστικά (μάλλον). Αυτός πιο συγκρατημένος, προσέχει πρώτα τι θα πει ο “αρχηγός” και μετά συμπληρώνει με ένα “έτσι” κάθε φορά. Θλιβερός.

"Ο άλλος ο αλβανός σκότωσε τη γυναίκα του, η άλλη η βουλγάρα σκότωσε τον γέρο στον καταψύκτη", "δεν ήμασταν έτσι πριν εισβάλλουν τα βαρβαρικά φύλα", "αυτό είναι παγκοσμιοποίηση, μια πανθρησκεία θέλουνε, και το έλεγε ο Χίτλερ, ο πρώτος που μίλησε για παγκοσμιοποίηση (εδώ ένα λολ), και ξέρεις ε, ο Χίτλερ έλεγε για την ΑΡΙΑ φυλή, που την είχε βασίσει στους έλληνες (*laugh track*)".

Γιατί οι δικοί σου μπάρμπα είναι οι ηθικοί και ευυπόληπτοι, εσύ δεν είσαι βάρβαρος που θες να πεθάνουν άλλοι γιατί δεν σου κάθονται καλά και όταν σκέφτεσαι άρια φυλή το πρώτο που σκέφτεσαι είναι ένας καστανός κοντοστούπης με κοιλιά, τρύπιο βρακί και χρέη στο ΤΕΒΕ.

Είναι που μισώ να με αναγκάζουν να σιχαίνομαι ανθρώπους από την συμπεριφορά και τις απόψεις τους. Το να μην τους έχεις γνωρίσει και να τους μισείς γιατί είναι ευάλωτοι, καλόβολοι και δειλοί. Που πρέπει να σκέφτεσαι πριν μιλήσεις στην κοπέλα με τις αποσκευές απέναντι- στην κυρία με τα γυαλιά ηλίου που την κάνουνε να φαίνεται σαν σκνίπα- στον κύριο που κρατάει το κοντάρι με τα λαχεία θλιμμένος και σκεφτόμουν να έπαιρνα ένα-δύο, να δω λίγο το πρόσωπο του να φωτίζει.

Οι εύκολοι άνθρωποι δεν θέλουν πολύ για να ξεθαρρέψουν, μόνο έναν να φαίνεται μπροστά, έναν ηγέτη, να μοιράζει τις νίκες και τις επιτυχίες και να δέχεται όλη την κριτική από τους ίδιους, για να μην φέρουν κάποια ευθύνη και ζημιωθεί η μικροαστική σαπίλα τους.

Μα τα βάζω μαζί σου, μπάρμπα, και δεν πρέπει, εσύ δεν φταις. Πίσω από τις αντιφάσεις, την κατήχηση διαστρεβλωμένων ή εντελώς αστείων αστικών μύθων που η αμάθεια σου διαδίδει αυτιστικά από τα στόματα εκπροσώπων της ημιμάθειας που σε “μορφώνουν”, ξέρουν καλά τι κάνουν. Σε ταΐζουν με τη πρέζα σου για να ψάχνεις τον δράκο στο δωμάτιο, να μην σου αφήνουν ούτε τα κουφώματα από τις πόρτες και μόλις φύγει η επίδραση να ρίξεις όλο το φταίξιμο στον δράκο. Με παρανοήσεις και βολικά ψέματα χτίζεις και συντηρείς αποψάρες, με τα βιβλία και τις διαφωνίες σκάβεις και ανακαλύπτεις γνώση.

Ίσως για αυτό να βαριόμουν.

Γιατί μου λείπουν και τα δύο.

Και όσο λείπουν δεν μπορώ να 'μαι καλύτερος από έναν μαλάκα που μουρμουρίζει στο λεωφορείο. Γιατί δεν είναι μόνο αυτός το μαύρο τέρας. Δεν είναι αυτός ο ηγέτης. Σε τούτες τις μέρες ο ηγέτης ακόμα λείπει και είναι ανοιχτή ως θέση για όποιον ενδιαφέρεται για πρόσληψη. Τώρα έχουμε να κάνουμε με ένα φάντασμα που περνάει τοίχους, από την λαϊκή ως το σχολείο και από την τηλεόραση μέχρι μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Και αυτή η πανούκλα δεν εξαϋλώνεται από μόνη της, δεν ελέγχεται με εμβόλιο ούτε καταπολεμείται με αγκαλίτσες και συνθήματα που περιέχουν το "μορφώστε".

Στρίβουμε όλοι μαζί από τον κεντρικό. Να η στάση μου. Πατάω το κουμπί και νιώθω την φωνή του να χάνεται σαν σε τούνελ. Φοράω τη σκισμένη σάκα μου, παραμερίζω τον διπλανό γεράκο και σηκώνομαι, μα πριν ανοίξουν οι πόρτες και κατέβω ρίχνω ένα βλέφαρο, να ξέρω με ποιον υποτίθεται είχα να τα βάλω αν είχα το κουράγιο. Δεν μπόρεσα. Μου έκρυβε τη θέα ένα κοντάρι με λαχεία.

Και ήθελα να αγοράσω και λαχείο για την πάρτη σου, μαλάκα.

Λάθος μέρα βρήκαν να μου χαλάσουν τα ακουστικά.

Λάθος μέρα βρήκα να νοιαστώ.

<Earl Sweatshirt - Off Top>