Σελίδες

18.3.15

Noi(s/d)ed

 
04:00
Τρεις ώρες πριν την αφύπνιση, πάλι. Βρήκα ξανά ραφές πάνω στην κοιλιά μου, να ξεκινούν από τον αφαλό και να φτάνουν ως την κλείδα. Αίμα και οροί να στάζουν από τα βγαλμένα νύχια μου ποτίζοντας το στρώμα με αρρώστια. Άνοιξαν τον λαιμό μου, τράβηξαν έξω την αορτή και κρέμασαν πάνω της ένα σωρό σκουριασμένα νυστέρια με άκρες λείες που κατεβαίνουν στο στομάχι σκίζοντας τα ράμματα και ανοίγοντας με στα δύο. Κάθε μυς έχει νεκρώσει, δίνοντας τη θέση του σε γέρικα αγγεία φουσκωμένα από τη σηψαιμία και έτοιμα να σκάσουν με κρότο. Τα δάχτυλα μου πλέον δεν τα νιώθω, ούτε μπορώ να τα σφίξω σε γροθιά. Κάθε πρωί σπάνε τα κόκαλα μου· για να δικαιολογούν την δυσκαμψία μου στους άλλους, λένε. Κάθε πρωί σφίγγω τα δόντια μου και καταπίνω τα θρύψαλα. Το μηχάνημα δίπλα δείχνει τυχαίες γραμμές να ανεβοκατεβαίνουν άτακτα και πλάι του το ρολόι να μου στεγνώνει ακάθεκτα τον οισοφάγο με ρυθμό. Αυτή τη μαλακία θα τη σπάσω μια μέρα. Θα σηκωθώ και θα την ρίξω στον τοίχο για να πιάνω με την άκρη του ματιού μου τους δείκτες στο πάτωμα, πνιγμένους στο γράσο και το αίμα και να γελάω.
NOON
Έξω βρέχει χάπια και μπάζει από τις ρωγμές της σκεπής κατευθείαν στις πεταλούδες των καρπών μου. Κάθε 19 λεπτά με πιάνει εμετός μα έδεσαν τα πόδια μου στον ορό και βγάζουν ρίζες που απλώνονται από το ταβάνι στο πάτωμα και πέρα από τους τοίχους. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ρίζα από πόδι και πόδι από τσιμέντο. Όλα τα σώματα ένα σώμα. Αναρωτιέμαι πόσο καιρό αντέχει ένα σώμα να αναπνέει χωρίς να δει ήλιο και πνίγω τα γαστρικά υγρά κάθε φορά παρατηρώντας τον γλόμπο να κρέμεται γυμνός από το ταβάνι. Νιώθω τα μάτια μου να καίγονται από την ίδια αρρωστημένα αποστειρωμένη μυρωδιά. Χλωρίνη. Πάλι Χλωρίνη. Κάθε φορά χλωρίνη. Και της είπα να μην καθαρίζει εδώ μέσα. Άσε τους τοίχους να χλωμιάσουν και τους σωλήνες να σαπίσουν και να σπάσουν πνίγοντας το δωμάτιο. Γέμισε τον ορό μου με υδράργυρο κι άσε με να κάψω τα πνευμόνια μου, μόνο όχι χλωρίνη, σε ικετεύω, με σκοτώνει. Δεν καταλαβαίνεις, δεν έζησες ποτέ με το άγχος μήπως η μηχανή κλείσει την λάθος στιγμή. Άσε με μόνο, να ηρεμήσω στο ταβάνι στην σκόνη μου, γιατί το πάτωμα γέμισε καλώδια με σπασμένα γυαλιά και το σώμα μου έχει γυρίσει σαν κλεψύδρα με την μέρα μου να κυλάει ανάποδα. Και μου αρέσει έτσι. Όλα μου τα όργανα χωρούν αρμονικά σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στους αρμούς του δαπέδου και όποιο μοιάζει χοντροκομμένο μένει κατακάθι τέσσερις σπιθαμές πάνω από τον οισοφάγο λίγο πριν χυθεί με μιας έξω από το κεφάλι μου.
PARTY
Το στέρνο μου μυρίζει καπνό, σαν κάτι να σάπισε μέσα μου. Να θυμηθώ να ζητήσω την επόμενη φορά να μου ράψουν το κεφάλι στο πλάι να μην ακούω ή έστω λίγο στα βλέφαρα να μην με ενοχλεί το φως, με τρελαίνει. Αισθάνομαι σαν να κοιτάω τους άλλους μέσα από αρνητικά φιλμ, σαν να μην έχω πρόσωπο. Λες και ο θόρυβος το μουτζούρωσε, το έκοψε και το πασάλειψε στους τοίχους για να γεμίσει το μυαλό μου πανικό και φασαρία. Δεν χωράω εδώ μέσα, ούτε το σώμα που μου φόρεσαν μού κάθεται καλά· τόσο μεταχειρισμένο, σαν σπασμένο νούμερο είναι. Τα χέρια είναι μακριά και το κεφάλι ακόμα παραπέρα. Ο κορμός ζαρωμένος, ατροφικός και μπολιασμένος με λάμες. Το εσωτερικό με τρώει και μου γδέρνει τα σωθικά. Δεν θέλω να είμαι έτσι. Δεν είμαι έτσι. Για αυτό απόψε θα το σκάσω. Το εννοώ αυτή τη φορά, το ορκίζομαι. Κάθε βράδυ σχεδίαζα νοητά την διαδρομή, αλλά πάντα με κρατούσε πίσω κάτι και φοβάμαι. Φοβάμαι πως αν κάποια νύχτα φύγω δεν θα γυρίσω ποτέ πίσω, μα οι μέρες εδώ δεν τσουλάνε άλλο. Δεν ξέρω πλέον τι στον πούτσο κάνω εδώ, ούτε γιατί αφήνω ίχνη άθλιου γραφικού και μη χαρακτήρα πάνω σε ντουβάρια με γαμημένες κιμωλίες μόνο και μόνο για να σβήσω για λίγο τον θόρυβο.
AFTERHOURS
Λιγοστεύουν οι λόγοι που είχα για να συνεχίσω. Βαρέθηκα να ζω μια ζωή πνιγμένος στο ίδιο μου το αίμα. Δεν ξέρω πως λέγεται αυτό που βρήκαν, ούτε με ενδιαφέρει. Έχω κουραστεί. Δεν θέλω άλλο να με βλέπουν έτσι. Σιχάθηκα να είμαι φρικιό. Θέλω να φύγω από εδώ· να ξυπνάω κάθε μέρα με κάποιον σκοπό και όχι με γυρίζουν πίσω τρώγοντας ξύλο. Ασφυκτιώ εδώ μέσα. Διαλύομαι. Οι ώμοι ξεκολλούν από τις κλείδες σκίζοντας ήδη φαγωμένους ιστούς και οι καρποί πέφτουν κάτω ρίχνοντας τα περιεχόμενα τους στο πάτωμα σαν καταρράκτες. Κουράστηκα. Έκοψα το καλώδιο του τηλεφώνου και κλείδωσα την πόρτα, τα επισκεπτήρια είναι ανούσια πλέον, δεν περιμένω κανέναν. Μόνο μια χαραμάδα στα στόρια άφησα για να πετούν τα χάπια, να πλημμυρίσει ο θάλαμος και να πνιγώ μέσα τους. Η νοσηλεία έχει χάσει κάθε ίχνος σημασίας, όπως και οι λέξεις. Καμία πρόταση που αρχίζω δεν μοιάζει να βγάζει νόημα με οποιαδήποτε επόμενη. Ίσως θα έπρεπε να το βουλώνω περισσότερο. Ίσως θα έπρεπε να σταματήσω να μαγαρίζω τις σελίδες που μου απομένουν γράφοντας μαλακίες. Ίσως θα έπρεπε να σταματήσω εδώ.

Με τέτοιο τίτλο, φυσικά και θα ήταν Death Grips, ρε παπάρα.