20.7.19

Βενζίνες


    Ξέρω. Το βλέπω και στο βλέμμα της κυρίας Στέλλας και στο βλέμμα του πακιστανού που χαϊδεύει τον γύρο αντί να τον κόβει, ακόμα και σε εκείνο του καινούριου που χαμογελάει ακόμα επειδή δεν του είπαν ότι οι βενζίνες εδώ βγαίνουν από τη τσέπη σου. Γυρνάω μια στιγμή να δω την ώρα στο κινητό και νιώθω τα ματόμπαλα να καρφώνονται στον σβέρκο μου. "Τι να σκέφτεται τώρα ο Μαξίμ" και "θα πει άραγε τίποτα ο Μαξίμ" και "γιατί ήρθε σήμερα ο Μαξίμ". Για να είναι ειλικρινής, ο Μαξίμ δεν θα κάτσει να σας εξηγήσει τι, πως, γιατί αλλά σίγουρα είναι διατεθειμένος ότι αν δεν σταματήσουν τα μάτια να γουρλώνουν σαν φανάρια να αρχίσουμε όλοι μαζί να μετράμε δόντια στο πάτωμα.
   
-Θες να φύγεις νωρίτερα σήμερα; Το καλύπτεις άλλη μέρα, δεν χάλασε ο κόσμος, παλικάρι. Αν δεν αισθάνεσαι εκατό τα εκατό άσ’ τα και έλα όποτε σε φωτίσει ο...

    Η κρεατοελιά της κυρίας Στέλλας τέρμα πάνω δεξιά από το στόμα της με τριπάρει λίγο κάθε φορά. Δεν βγάζω πολύ καλά τι μουρμουράει με αυτή τη τσιγαροπνιγμένη φωνή. Όχι ότι θα με αφορά κιόλας, στάνταρ κουβέντα θέλει να πιάσει πάλι. Ο πακιστανός στο βάθος με κοιτάζει με το μάτι να τρεμοπαίζει και συνέρχομαι. Ίσως τους φρικάρω και να έχουν τα δίκια τους ν' ανησυχούν έτσι που κάνω, όμως...

-Σπίτι δεν πάω. Ως τις τρεις είμαι, δεν είπαμε; Ούτε μεσάνυχτα δεν πήγε ακόμα.

-Άλλο σου λέω 'γω, άλλα μου απαντάς, Μαξίμ. Μη το κάνεις γιατί στο λέω ‘γω, καν’ το για τον Βίκτορ έστω. Δεν καταλαβαίνεις;

-Άλλη στιγμή αυτά, κυρα Στέλλα, γιατί μέχρι να τα πάω δεν θα τρώγονται.

    Αφήνω λίγο ακόμα το μπουκαλάκι με το νερό πάνω στο σβέρκο μου και το πετάω πίσω στο ψυγείο. Ο καινούριος πάει να μου πιάσει κουτοπόνηρα και αυτός κουβέντα τάχα για να πάει τη παραγγελία στη θέση μου. Αυτό ήταν το δικό μου μπουκάλι, μου κάνει. Ψιλο-στη-πούτσα-μου, του κάνω. Αρπάζω τη τσάντα και βγαίνω πάλι πίσω στη κόλαση.

    Τα χέρια και οι γάμπες μου έχουν ανάψει πάνω στη μηχανή και ακόμα δεν έχω βγει απ’ την πλατεία. Κράνος ούτε σε σκέψη, θα ψηνόταν το κεφάλι μου. Μόνο με τον αέρα να μου τραβάει τον ιδρώτα από την μούρη μπορώ και υποφέρω τη διαδρομή. Πάνω-κάτω, κάτω-πάνω, ανηφόρες και τσουλήθρες μού γυρνάνε τα μυαλά μέσα στο δρόμο και προσπαθώ να σκάψω τις φλέβες πάλι μέσα στα χέρια μου. Βλέπω τα φώτα στις κολώνες να λούζουν κιτρινίλα τις μπαλκόνια στις πολυκατοικίες γύρω μου και φαντάζομαι τους ενοίκους να βράζουνε το ίδιο με εμένα, με τη διαφορά ότι αυτοί τρώνε χίλιες τόσες μαλακίες στην πολυθρόνα όταν εμένα δεν κατεβαίνει ούτε νερό.

    Γυρνάω κλειδί και τρώω ένα λεπτό γεμάτο να κοιτάω το όνομα. Το χαρτάκι λέει Βανδώρος, το κουδούνι λέει Βανδώρος, όλα καλά μέχρι εδώ. Έχω ξανάρθει εκατό φορές σε αυτόν, λέω, ένας ζωντοχήρος ψιλομαλάκας είναι στη γκαρσονιέρα του πρώτου που προσπαθεί να μου πιάσει κουβέντα. Πατάω, ανοίγει κατευθείαν, ανεβαίνω στάζοντας και τσουπ.

    Πάλι τα ίδια. Δεν είναι αυτός. Πυκνό κατάμαυρο μαλλί, λεπτή μύτη, ψηλός, καφεπράσινα μάτια, δόντια γάμησε τα και ένα αθλητικό σορτσάκι με μια φαρδιά λευκή μπλούζα σαν φανέλα. Σκέτο είδωλο πάλι. Δέκατη παραγγελία θα ‘ναι; Δέκατη φορά που τον βλέπω. Και ο πούστης είναι ίδιος με εμένα, αλλά όχι ακριβώς σαν εμένα. Τις προηγούμενες εννιά φορές πάγωσα και δεν μου έμενε μυαλό να σκεφτώ ότι τρέχοντας να φύγω από φόβο και κριντζ δεν θα έχω λεφτά να γυρίσω. Τώρα παραπάει. Άμα πάω δέκατη φορά πίσω με πεντάλεπτα και δικαιολογίες θα αρχίσουν πάλι τα όργανα και μετά τι να εξηγήσεις; Ότι είδες έναν που σου μοιάζει και σκιάχτηκες;

-Μηχάνημα έχεις;

    Με το ζόρι γνέφω αρνητικά. Ρουθουνίζει απογοητευμένος μαζί μου και ρωτάει αν έχω από δεκάρικο. Ανάποδα να με γυρίσει ούτε για φιλτράκια δεν θα βρει. Γνέφω πάλι. Ξανά εκείνος με τα ρουθούνια. Πετάει με αγωνία κέρματα στην παλάμη μου μέχρι να φτάσει τα 4,40. Χώνομαι.

-Μα τι σύμπτωση ε; Να τρελαίνεσαι είναι. Σαν καθρέφτης.

    Κολλάει και με κοιτάει μες στα μάτια λες και μόλις του γάμησα τη μέρα που του μίλησα.

-Για δες τα, σου φτάνουν, αδερφέ;

-Ο κύριος Βανδώρος που το νοίκιαζε εδώ πριν έφυγε; Άκουσες τίποτα;

-Χέσε μας ρε Μαξίμ, όρεξη έχεις;

Τι σκατά.

-Μία ερώτηση έκανα.

-Ε και; Τώρα κουβέντα θα ανοίξουμε;

    Η πόρτα σηκώνει αέρα και η κλεισούρα της γκαρσονιέρας ποτίζει μέχρι και το μεδούλι. Μαζεύω τα κέρματα από το χαλί και παλεύω με τον ιδρώτα για να βγω έξω στο δρόμο για να σταματήσω το μυαλό μου απ’ το να σκέφτεται συνεχώς πως στο πούτσο αυτός ο κλώνος ξέρει το όνομα μου.

    Η διαδρομή μέχρι το μαγαζί έχει τεντώσει στα μάτια μου. Νιώθω το μηχανάκι σαν να τσουλάει ανάποδα και να μην προφταίνω να βλέπω το δρόμο μπροστά. Γυρνάω κάθε τρεις και λίγο σε άσχετες οδούς και κοιτάω αν έπαθαν τίποτα οι ρόδες- όλα εντάξει όμως. Μήπως μου φαίνεται κι αυτό; Χοντρό θα ‘ταν. Απλά δεν μπορώ να βγάλω από το κεφάλι μου πως όλοι όσοι μου ανοίγουν απόψε είναι αυτός ο μαλάκας. Θα με χάλασε η ληγμένη μπύρα ίσως; Μπα, η ζέστη να δεις θα ‘ναι. Λίγο μπες-βγες στον καύσωνα και με χτύπησε κατευθείαν στα μηνίγγια. Εδώ έχουν λιώσει τα δάχτυλα μου στο τιμόνι.

    Κάνω έναν κύκλο τη πλατεία να ξεϊδρώσω και γλιστράω από την πίσω πόρτα μη με πετύχει η λάβα που βγαίνει από τον γύρο αλλά τζίφος, παντού ίδιο καμίνι. Ακόμα και η μία παρέα που ήταν πριν με τα παιδάκια τους στη τραπεζαρία σηκώθηκαν και έφυγαν με μούρη κατακόκκινη από τη ζέστη, μου λέει ο πακιστανός. Αν με φοβήθηκε το μάτι του μια φορά πριν, τώρα απλά με λυπάται και δεν αδικεί κανέναν. Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από μάτια φαγωμένα από την αϋπνία, μαλλιά που δείχνουν στα τέσσερα μέρη του ορίζοντα, δυο χέρια και δυο πόδια σαν ξυλάκια παγωτού. Όλα αυτά, ενώ ο ιδρώτας κάνει αυλάκια στο λαιμό μου. Αλήθεια, πως είμαι έτσι;

-Πως είσαι έτσι, παιδάκι μου;

    Η κυρία Στέλλα ξετρυπώνει με μια βεντάλια από τη γωνιά της για να ασχοληθεί πάλι μαζί μου. Έχει δεν έχει αυτή η γυναίκα βρίσκει χώνεται εκεί που δεν την σπέρνουν μόνο και μόνο για να βλέπουμε την ελιά να τρεμοπαίζει και να νιώθουμε το γρέζι ως στα κόκαλα μας.

-Πάλι ψιλά μου δώσανε, τι να κάνω που όλοι μου ζητάνε μηχάνημα;

-Πήγαινε σπίτι παιδί μου να κάνεις ένα ντουζ και να ξαπλώσεις. Άντε μην έχουμε άλλα. Με ‘σένα νομίζεις θα ασχολούμαστε Μαξίμ;

-Καλά τα λέει, ρε Μαξίμ.

    Να θυμηθώ πριν ξαναπεταχτώ μετά να πάρω μία τηλ στο σίλβερ αλέρτ γιατί αγνοείται εδώ και ώρα εκείνος που είπε στο μαλακισμένο τον καινούριο να ανακατεύεται. Τον έπιασα μετά βέβαια μόνος και του εξήγησα με τρόπο εύκολο και κατανοητό να μην ανακατεύεται. Ξέρεις, με επιχειρήματα και απειλές. Κυρίως όμως απειλές. Ίσως σε κάποιο σημείο να ανέφερα ότι έχω δεσμούς και με τη ρώσικη μαφία ποντάροντας ότι δεν του είπαν ότι είμαι ουκρανός.

-Λίγο αέρα θέλω μόνο. Εδώ μέσα είναι φούρνος σκέτος.

    Προσπάθησα αλήθεια να ακολουθήσω τι έλεγε πάλι η κυρία Στέλλα. Μία η κρεατοελιά όμως και μία ο καινούριος με έβγαλαν νοκ άουτ. Περισσότερο άκουγα τον απορροφητήρα παρά εκείνη. Μόνο ένα ξεχώρισα από όσα αράδιασε.

-Και βγάλε επιτέλους αυτά που φοράς. Βάλε τα δικά σου πάλι.

-Κι αυτά δικά μου δεν είναι;

-Όχι. Του Βίκτορ είναι.

    Τέτοιες στιγμές εύχομαι να μην ήμουν τόσο κοινωνικά ανάπηρος και να μην ντρεπόμουν να ρωτήσω ξανά τον πακιστανό το όνομα του. Θα το έκανε τόσο λιγότερο αμήχανο να προσπαθήσω να τον φωνάξω για να μου δώσει την επόμενη παραγγελία. Ίσως ακόμα λιγότερο αμήχανο αν δεν είχα και την κυρία Στέλλα να πιάνει νέα ύψη με τη νταλικεροφωνή της όσο έφευγα.

    Φυσικά η φούρια μου να φύγω έτσι μου στοίχισε. Ίσως τη δουλειά μου, αλλά αυτό ασ’ το για αργότερα, γιατί τώρα που την ξαναβλέπω τέτοια οδό πρώτη φορά ακούω. Λες η κυρία Στέλλα να ξανάβαλε πάλι το μαγαζί στο ίφουντ για να μας ζαλίζουν τα παπάρια απ’ την άλλη άκρη του λεκανοπεδίου; Αλλά εδώ θα μου πεις εκείνη το σηκώνει να μιλήσει όταν της στέλνει μήνυμα η βόνταφον.

    Το γκουγκλ λέει 12 χιλιόμετρα και εγώ λέω με σειρά όλους τους αγίους. Όσα δεν μου έφαγε ο μαλάκας που μου μοιάζει θα μου τα φάνε οι βενζίνες. Πετάγομαι από τις στροφές και βγαίνω σε δρόμους που δεν θα πέρναγα ούτε με τανκ μπας και φάω 2 λεπτά από τη διαδρομή. Σηκώνω το κεφάλι και νιώθω το αεράκι να αγκαλιάζει πάλι τον λαιμό και το στήθος μου. Επιτέλους. Η κίνηση έχει πέσει και μπορώ να το τρέξω λίγο παραπάνω μα ο καύσωνας έχει βγάλει πόδια με έχει πάρει στο κατόπι. Κατεβαίνω και μέχρι την πυλωτή της πολυκατοικίας με έχει προλάβει.

    Κοντοστέκομαι. Όνομα στο κουδούνι Αλ-Ζιραρλρρλοκάτι, στο χαρτί το ίδιο ίδια- και όχι δεν πρόκειται να κάνω καν ότι το προφέρω. Χτυπάω θυροτηλέφωνο, η πόρτα ανοίγει στα 3 δεύτερα και με τη μία βγαίνουν από ό,τι κατάλαβα αρκετές κατσαρίδες για 5x5. Καλά ξεκινήσαμε πάλι.

    Ακούω κίνηση και κόσμο μέσα από την πόρτα, κάτι τέτοιο. Διστάζω να χτυπήσω για να ακούσω παραπάνω κολλώντας το αφτί μου. Εκείνη είναι και η στιγμή που βρήκε να ανοίξει την πόρτα ο τύπος. Ή η τύπισσα.

-Τώρα το βρήκες το σπίτι, αδερφέ; Τώρα που μπήκα για ντουζ;

Αλλά ποιον κοροϊδεύω.

    Ίδια ρούχα πάλι μείον την ιδρωτίλα, ίδια μούρη, ίδιο υφάκι, ίδιος εγώ κατά 90%. Και δεν θέλω να παρεξηγηθώ, αλλά για Αλ-Ζιτραλχμαλσάλ δεν τον κάνεις. Για μαλάκα ίσως.

-9,60.

-Η κοακόλα;

-Μέσα δεν είναι;

-Μάντεψε.

-Μπουκάλι δεν είπες στο τηλέφωνο;

-Κουτάκι είπα. Τι να το κάνω το μπουκάλι, αδερφάκι μου; Που να το βάλω;

Μάντεψε.

    Όχι εντάξει, του το κέρασα, δεν ήταν δικό του λάθος. Με ρωτάει ενοχλημένος από που κι ως που τον κερνάω.

-Ε δεν βρίσκεις κάθε μέρα τον χαμένο σου δίδυμο αδερφό, χα χα. Μαξίμ, το δικό σου;

-Μια ζωή με τη μαλακία στο στόμα, ρε Μαξίμ, δεν βαρέθηκες; Για το θεό, δηλαδή.

Νομίζω πρέπει να μάθω πάλι πως να κάνω φίλους.

    Βάλε που αδειάζει το ντεπόζιτο, βάλε που πάλι ψιλοχάθηκα και ξέχασα στροφές που πήρα στο “πήγαινε”, ο δρόμος έχει γίνει σκέτη πίσσα και εγώ βράζω μέσα της. Πάλι ούτε αμάξια ούτε τίποτα τριγύρω. Ιούλιος ακόμα και ερήμωσε από τώρα η περιοχή, με το μηχανάκι να κάνει αντίλαλο πάνω στην σιωπή και να γυρνάει πάλι πίσω στα αφτιά μου. Ζαλίζομαι.

    Φτάνω κολυμπώντας στην πλατεία. Έξω δυο τραπέζια ενωμένα με ξενυχτισμένους άφραγκους τουρίστες που μοιράζονται πατάτες και κεμπάπ και δυο γερόντια που βγάζουν βόλτα τέτοια ώρα το σκυλί να χέσει δίπλα. Μιζέρια. Το ξέρω ότι η γειτονιά πεθαίνει, λίγο-λίγο κάθε μέρα, όμως απόψε είναι που σου έρχεται πραγματικά η θανατίλα και η αποσύνθεση στα ρουθούνια. Σαν να έχει έγινε κάτι τόσο πένθιμο που κανείς δεν θέλει να το αναγνωρίσει φωναχτά. Σαν να είναι όλοι πολύ μπίζι να απασχολούν το κεφάλι τους σε χίμαιρες για να μην τους το φάει η απελπισία.

-Δεν βάζεις μυαλό, έτσι;

    Δεν έχω την δύναμη για να κάνω αυτή τη συζήτηση πάλι. Δεν θα ειπωθεί κάτι καινούριο. Αν μπορούσα αυτή τη στιγμή θα καθόμουν να κοιτάω την κυρία Στέλλα στα μάτια μέχρι να διακρίνει επιτέλους πόσο στ’ αρχίδια μου γράφω αυτό που προσπαθεί να μου πει όλο το βράδυ.

-Συγγνώμη που κάνω την δουλειά που με πληρώνεις να κάνω. Δεν θα το ξανακάνω.

-Αν θες το πιστεύεις, αλλά εδώ μέσα σχεδόν σαν γιο μου σ’ έχω. Κι ας είσαι ουκρανός, που λέει ο λόγος.

    Κοιτάω σαν καρχαρίας απ’ το πλάι τον πακιστανό πίσω απ’ τον πάγκο που παίζει στο κινητό του και με πιάνει να θέλω να γελάσω. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί. Ίσως επειδή δεν μπορώ να φανταστώ να λέει ποτέ το ίδιο για εκείνον. Δεν την λέω ρατσίστρια, την λέω κάπως εμμονική μαζί μου. Και λίγο ρατσίστρια.

-Πραγματικά δεν καταλαβαίνω που πάει αυτή η κουβέντα. Ξέρω μόνο ότι δεν θέλω να την κάνω.

-Θέλω εγώ.

Α. Ωραία και δημοκρατικά.

-Ο καινούριος που είναι;

-Τον έστειλα. Βασικά αυτός ήθελε να φύγει κι εγώ απλά τον άφησα. Ίσως γιατί είναι σκατοδουλειά, ίσως γιατί του φερόσουν σαν μαλακισμένο. Ποιος ξέρει;

-Συγγνώμη, τι να πω. Λυπάμαι.

-Δεν λυπάσαι. Αυτό ακριβώς ήθελες.

-Δεν καταλαβαίνω.

-”Δεν καταλαβαίνω” και “δεν καταλαβαίνω”. Πες μου, αλήθεια πιστεύεις ότι κάτι κακό θα γίνει αν κάποιος πάρει τη θέση του Βίκτορ;

Δεν το θέλω αυτό. Δεν το χρειάζομαι αυτό.

-Αυτά είναι χοντράδες.

-Τι να κάνω για να βοηθήσω; Σε κοιτάνε άνθρωποι και τους κοιτάς λες και σου έβριζαν τη μάνα. “Θα του περάσει”, λέω μωρέ. “Θα ξεκουραστεί λίγο το μυαλό του και θα ξανασηκωθεί στα πόδια του“, λέω. Τίποτα όμως. Ούτε μία προσπάθεια. Σαν να σου αρέσει να είσαι έτσι, ρε παιδάκι μου. Σαν άρρωστος. Σήμερα ειδικά, κάθε φορά γυρνάς και μ’ άλλο χρώμα στα μούτρα.

-Οκ.

-Και μετά φέρνω το παιδί εδώ σήμερα να βοηθήσει και γίνεσαι σκέτο αρχίδι. Λες και αν δεν πάρει κανείς τη θέση του Βίκτορ, θα είναι σαν να μη συνέβη τίποτα ποτέ. Αυτό πιστεύεις; Ειλικρινά πες μου, γιατί να σε διώξω να πας σπίτι σου δεν μπορώ από ό,τι φαίνεται.

-Έχεις δίκιο.

Και καβαλάει η κρεατοελιά της ένα χαμόγελο επιβεβαίωσης ποτισμένο στη πίκρα. Θέαμα σκέτο. Κρίμα που δεν κράτησε πολύ όταν είδε να παίρνω την τελευταία παραγγελία βγαίνοντας. Έχω βγει στην πλατεία και ακόμα νιώθω τον τσιγαρόβηχα στη πλάτη μου.

    Τσουλάω μέχρι το βενζινάδικο δυο τετράγωνα πιο κάτω και πετάω τα τελευταία λεφτά για τρεις σταγόνες νερωμένη αμόλυβδη. Χαλάλι όμως, από το να κάθομαι να ακούω την αφεντικίνα να μου κάνει διάλεξη. Στρίβω το τελευταίο μου τσιγάρο περιμένοντας πως και πως ένα αμάξι ή οτιδήποτε να περάσει από την λεωφόρο. Κάτι που να θυμίζει ότι κάποιος ζει ακόμα εδώ. Περιμένω μέχρι η καύτρα να ψήσει τα δάχτυλα μου. Ψυχή. Βάζω μπρος και φεύγω. Δεν μπορώ να κάθομαι, γαμώτο- όταν κάθομαι σκέφτομαι αυτές τις μαλακίες και όταν τις σκέφτομαι ποτέ δεν είναι για καλό.

    Απόσταση; Γάμα τα. Τα κτίρια από μια στιγμή και ύστερα δεν τα αναγνώριζα. Πόση ώρα είμαι πάνω σε αυτή την ευθεία ούτε που ξέρω μα η βελόνα του ντεπόζιτου κολλημένη στο 1/3 έχει μείνει από πριν. Πολυκατοικίες επτά-οκτώ πατώματα, κήποι, αυλές και μυρωδιά θάλασσας στο βάθος. Τόσο κάτω έφτασα;

    Ο δρόμος έχει το αστείο όνομα ενός αρχαίου που δεν το θυμάται ούτε η μάνα του με τόσες συλλαβές ενώ το νούμερο δείχνει ένα τσιμεντένιο αρρωστούργημα εννέα ορόφων. Το φωσφοριζέ κουδούνι με μια καρκινογραμματοσειρά έχει πάνω ένα όνομα του τύπου Μυρτιάννα ή Χριστιάνθη ή Δημητρέλενα- απ’ αυτές τις μαλακίες- και δίπλα ένα “αστρολογία-ενόραση”. Φυσικά μου άνοιξαν χωρίς απάντηση. Πατάω τον ένατο στο ασανσέρ και προσπαθώ να βρω τι να του πω. Ξέρω ότι θα είναι εκεί και θα ‘ναι ο ίδιος, το θέμα είναι να του μιλήσω. Αλλά για τι να του μιλήσω; Πως ξεκινάς κουβέντα; Ευτυχώς τελικά δεν την ξεκίνησα εγώ.

-Τι βλακείες κάθεσαι και κάνεις στη γυναίκα; Σου έφταιξε;

Προσπαθώ να διαβάσω το πρόσωπο του. Δεν υπάρχει πολύ συναίσθημα εκεί, μόνος ένας μικροεκνευρισμός και μια ανυπομονησία να μου κλείσει την πόρτα στα μούτρα.

-Ε, μπορείς να το πεις.

-Χαζομάρες. Απλά είσαι ο Μαξίμ πάλι, έτσι μαλακισμένο και κακομαθημένο. Όπως πάντα.

-Καλά. Είναι 7,90.

-Έχει δίκιο, ξέρεις. Σου αρέσει όλο αυτό. Όσο σε βολεύει, γιατί μετά συνεχίζεις από εκεί που σταμάτησες.

-Εντάξει. 7,90. Να έχω λεφτά να γυρίσω, έτσι;

-Μην τρως άλλο το χρόνο σου σε χίμαιρες, μπρο. Είναι οκ, θα περάσει, δεν χρειάζεται να με ακολουθείς συνέχεια. Εγώ έφυγα.

Τι. Γίνεται.

-Εγώ; Εσύ πέφτεις μπροστά μου.

-Δεν πάει έτσι, Μαξίμ. Νιώθεις μόνος, το καταλαβαίνω. Αυτό όμως δεν είναι δικαιολογία να γίνεσαι μαλάκας.

-7,90.

-Αν έχεις πρόβλημα, λυσ’ το. Μη περιμένεις να φύγει κλείνοντας τα μάτια.

-Γεια χαραντάν, Βίκτορ.

    Ίσα που μπορούσα να σταθώ κατεβαίνοντας. Με βρήκε ίλιγγος και με έπιασε σύγκρυο στα καλά καθούμενα όσο νιώθω την μυρωδιά της θάλασσας να καίει τα πνευμόνια μου. Πρέπει να φύγω από εδώ. Πρέπει να γυρίσω πίσω.

    Με τη ζαλάδα στο κεφάλι έχω τα πάντα να κουνιούνται ενώ νιώθω το μηχανάκι να τσουλάει με το ζόρι στην κατηφόρα. Προλαβαίνω με τα μάτια τα κτίρια που στριφογυρίζουν σαν βίδες, τις μπαλκονόπορτες των σπιτιών ανοιχτές με φώτα τηλεόρασης που φέγγουν σαν προβολείς μέχρι έξω, τα κιτρινισμένα αστέρια να μεγαλώνουν όσο προχωρά ο κόσμος και να γίνονται στύλοι της δεή. Σαν να τρέχει ο κόσμος από κάτω μου.

    Επεξεργάζομαι τα πράγματα που μου έλεγε απόψε. Δεν με νοιάζει αν είναι ή αν δεν είναι ο Βίκτορ, θέλω να καταλάβω γιατί συμβαίνει όλη αυτή η ιστορία. Ήξερα πως δεν θα έβγαζε νόημα σε κανέναν άλλον, αλλά τώρα δεν βγάζει ούτε σε εμένα. Το μόνο που κατάφερα απόψε είναι το μυαλό μου να γίνει χυλός και να φέρω τον εαυτό μου σε δυσκολότερη θέση γιατί έκατσα και ασχολήθηκα. Ολόκληρο το βράδυ πήγε στράφι επειδή με έτρωγε ο κώλος μου να καταλάβω τι συμβαίνει ενώ δεν με αφορά στη πραγματικότητα τίποτα. Γιατί; Γιατί ίσως τελικά να μου αρέσει να είμαι έτσι και να τρώγομαι μόνος μου σαν ψυχάκιας.

    Ιδέα δεν έχω πως να κλείσω όλο αυτό. Ίσως βέβαια όλο αυτό να μην έχει σημασία. Ίσως να είμαι τώρα σπίτι και να με πήρε βλέποντας πάλι σειρές του νικελόντεον μέχρι το πρωί. Ίσως και να έχω πάθει κάτι ξαφνικό και να πρέπει να πάω στον γιατρό- οποιοδήποτε γιατρό. Ό,τι χρειαστεί να το κάνω από αύριο κιόλας. Αν έχω πρόβλημα να το λύσω. Δεν μπορώ άλλο να περιμένω να φύγει κλείνοντας τα μάτ-

    Δεν ξέρω τι έγινε. Από εδώ μπορώ να διακρίνω ίσως τα τελευταία κλαδιά μιας νερατζιάς από τη πλατεία και ένα ασημί αγροτικό σκέτο τέρας να με τυφλώνει με τα φώτα του. Στο κεφάλι μου επάνω τρέχει βενζίνη και νιώθω ποδοβολητό με το αφτί μου κάτω. Περαστικοί σκύβουν και γκαρίζουν με λαρύγγια μες στο γρέζι- δεν τους καταλαβαίνω. Είμαι το πολύ τριάντα μέτρα από το μαγαζί και η κυρία Στέλλα με κοιτάει παραδίπλα με την ελιά της να βάζει τόνο στο όμικρον στο στόμα της. Ο πακιστανός έρχεται και με τραβάει φωνάζοντας “ΧΕΪ ΧΕΪ ΜΑΞΙΜ ΧΕΪ, ΖΑΜΙΡ”. Δεν ξέρω αν νιώθω τίποτα κάτω από το λαιμό μου πάντως σίγουρα νιώθω χαρά που θυμήθηκα το όνομα του και δεν θα μου μείνει άχτι, κάτι είναι και αυτό. Κάτι μικρό που με κάνει ίσως λιγότερο γελοίο και άχρηστο που τράκαρα και πάω να πεθάνω στο ίδιο σημείο ακριβώς με τον δίδυμο αδερφό μου μία εβδομάδα αργότερα.


Σε έναν Γιώργο και έναν Δημήτρη.

<Kids See Ghosts ft Yasiin Bey - Kids See Ghosts>