Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μιούζικ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μιούζικ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27.3.22

VALENTINA


ίσως
κάπου πολύ κοντά σου
υπάρχει κάποιος
κάποια
που θέλει να σε γνωρίσει
που θέλει να μοιραστεί μαζί σου στιγμές μαγικές
σε αυτόν τον αριθμό υπάρχει πάντα ένα πρόσωπο
που ανυπομονεί να σε γνωρίσει
κάθε στιγμή σε αυτόν τον αριθμό
κάποιος
κάποια
σε περιμένει
τηλεφώνησε τώρα


(αν δεν έχεις μονάδες για τηλέφωνα τέτοια ώρα, πάτα με για να ακουστώ)


You can dream of Valentina forever.




27.2.21

future ready


(ορίτζιναλ σάουντρακ κι ετς, πάτα με για να ακουστώ)


    Είχε κλείσει τρίμηνο από την απόλυση μου. Δεν το είπα παραέξω, μα δεν ήθελε και πολύ σκέψη να καταλάβει κανείς γιατί η κοντή με τις κοτσίδες και τα μούτρα στο πάτωμα δεν είναι πλέον στο ταμείο να βγάζει λάθος ρέστα στις γριές ακόμα και για ένα χιλιάρικο. Με είχε διαλύσει τότε που απέτυχα να στεριώσω μέχρι και στα Ντία, που το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ξέρεις να μετράς, να φοράς ένα καρτελάκι “Όλγα” σαν παράσημο πολέμου, και να κάνεις τον μαλάκα. Ίσως για αυτό να κατέληξα τέτοια μέρα να μπω σαν την κλέφτρα εκεί, από γινάτι. Ήταν η τελευταία αίσθηση κανονικότητας που πρόλαβα να έχω με το χάος που έπαιρνε σάρκα και οστά έξω απ’ το παράθυρο.

    Με το ζόρι σηκωνόμουν πριν τις τέσσερις. Και που σηκωνόμουν δηλαδή, τι έκανα; Έσερνα το κορμί μου στο σαλόνι για να δω τελεμάρκετινγκ και διαφημίσεις μέχρι να ξημερώσει και να ξεχάσω επιτέλους ποια είμαι. Γιατί τι σχέδια είχα να κάνω τότε; Τα τελευταία δύο χρόνια πηδούσα από δουλειά σε δουλειά, που είτε με έδιωχναν είτε τα παρατούσα. Ο ΟΑΕΔ και δύο φράγκα στην άκρη με ζούσαν, και είχα αρχίσει να αποδέχομαι ότι μάλλον έτσι θα πάει η ζωή μου. Τι άλλο είχα δηλαδή για να βασιστώ; Σπουδές; Σιγά, ξύπνησε ο κόσμος με μία φιλόλογο λιγότερη. Παρέες; Γελάμε. Οικογένεια; Μια μάνα που μου μαύριζε την ψυχή στα τηλέφωνα επειδή δεν σηκωνόμουν να πάω να την δω. Και να την έβλεπα δηλαδή, τι να της έλεγα; Ότι καταρρέω; “Άστο καλύτερα” έλεγα και το άφηνα συνέχεια για αργότερα. Για αυτό εκείνη την ημέρα που έβλεπα το “Μαμά” στην οθόνη του βυσσινί έρικσον που είχα τότε δεν το σήκωνα. Δεν χρειαζόταν κιόλας, τα είχα μάθει πια απ’ έξω.

“Την είδες, ρε Όλγα, την τάδε που πηγαίνατε μαζί σχολείο;“.

Όχι, μαμά, δεν την είδα την τάδε. Πάνε δέκα χρόνια που τελείωσα το σχολείο.

“Κάνει, λέει, μεταπτυχιακό σε αυτό που ήθελες μικρή, βολεύτηκε, άνοιξε σπίτι”.

Μωρέ μπράβο η τάδε, και;

“Ενώ εσύ;”.

Εγώ δεν ξέρω τι στο διάολο κάνω, μαμά.

“Και το μέλλον σου δεν το σκέφτεσαι;”.

    Και τι μέλλον που ήταν αυτό που με περίμενε εν τέλει, ε; Και γαμώ. Ήταν τόσο καλό αυτό το μέλλον που οι μισοί που γνώριζα δεν πρόλαβαν να το ζήσουν.

    Έξω τα πράγματα ήταν λίγο πιο ήπια από το απίστευτο υπαρξιακό έρεβος που περιέγραφε ο κουτέλας ο Ευαγγελάτος, όμως είχα αγριευτεί από εκείνη την απόκοσμη ησυχία που απλωνόταν μέσα στο ψύχος που τρυπούσε το μωβ μπουφάν μου. Μπορούσα να ακούσω μια τηλεόραση να ουρλιάζει δύο τετράγωνα μακριά και το βουητό των γραμμών του ΟΤΕ να κάνει ηχώ σε όλο το λεκανοπέδιο, αλλά καμία φωνή ανθρώπου. Μόνο κάτι μουρμουρητά έπιανα που και που και πεταγόμουν από τον φόβο μου στρίβοντας στις γωνίες. Κλασική Αθήνα, δηλαδή, απλά με λίγο παραπάνω χιονόνερο και φόβο μη σε κλέψουν. Ένιωθα απ’ την κοινωνική μου ατροφία λες και με κυνηγούσαν όσο έβλεπα το τοπίο γύρω μου να απογυμνώνεται από οτιδήποτε θύμιζε μια κανονική μέρα. Δηλαδή πλιάτσικο σε περίπτερο, και κρεοπωλείο πρώτη φορά έβλεπα. Τρεις με πέντε άνθρωποι καμπουριασμένοι, με κουκούλες και κασκόλ στα πρόσωπα τους, κουβαλούσαν τεράστιες χοντρές τηλεοράσεις με τα βίντεο συνδεδεμένα πάνω ή δεκαπέντε σακούλες πατατάκια με το μάτι να γυαλίζει. Θυμάμαι εκείνη τη στιγμή στο μυαλό μου ήρθε η λέξη “αποκτήνωση”. Ίσως επειδή ζούσα τόσο καιρό στον κόσμο μου ή ίσως επειδή ο αρκουδιάρης ο Ευαγγελάτος έλεγε μια φορά την αλήθεια.

    Τρύπωσα από το πλάι που ήταν η είσοδος του προσωπικού, επειδή όλη η τζαμαρία στην πρόσοψη του σούπερ μάρκετ είχε γίνει κομματάκια και δεν γούσταρα να κόψω κάνα χέρι. Μέσα όλα ήταν κώλος και οι διάδρομοι έστεκαν γυμνοί σαν δύστυχα μεταλλικά φαράγγια. Λογικά πλάκωσαν τις προηγούμενες εβδομάδες να προλάβουν όλοι το χαρτί υγείας και τις κονσέρβες που απέμειναν. Από τα ξινισμένα γάλατα στο βάθος ως τον ασταμάτητο στατικό θόρυβο των ψυγείων, όλα έδιναν την ξεχωριστή τους πινελιά για να νιώσω σαν να δούλευα ξανά σε αυτή την τρύπα. Δεν μπήκα στον κόπο να ψάξω για προμήθειες. Βόλταρα σαν να έβγαινα για ψώνια με τη μάνα μου, ψάχνοντας τα δώρα μέσα στα κορν φλέικς με γεύση διαβήτη που κανένας δεν προτίμησε να κλέψει. Βρήκα και πολλές συσκευασίες με το σοκολατούχο γάλα του Ντία (ναι, αυτό με το σκούρο βιομηχανικό απόβλητο που έμενε στον πάτο) που κατά πάσα πιθανότητα είχε λήξει. Κυρία όμως, έτσι; Το πήγα και στο ταμείο, μη με πουν και κλέφτρα. Πέρασα από την άλλη μεριά, το σκάναρα, και μου έβγαλε τιμή κάτι παρακάτω από τριακόσια εβδομήντα πέντε εκατομμύρια δραχμές. “Πάλι καλά που δεν χρειάστηκε να βγάλω ρέστα τώρα” σκέφτηκα. Τέτοια ανακούφιση εκεί μέσα δεν είχα ξανανιώσει. Καθόμουν στην ίδια θέση που σάπιζα πριν πάρει την κάτω βόλτα ο κόσμος και περίμενα να βγει από κάπου μια ουρά από γριές που θα μου έπρηζαν τα συκώτια γιατί έρχονταν με τα δεκαχίλιαρα της σύνταξης. Σχεδόν μου έλειπαν τώρα όλα αυτά. Πως γύρισαν έτσι τούμπα όλα;

    Το μιλένιουμ είχε ξεκινήσει όπως κάθε χρονιά, προς μεγάλη απογοήτευση και κρυφή λαχτάρα μερικών. Ό,τι τσιρίδα υπήρχε για την αποκάλυψη, τον ερχομό του σατανά, των εξωγήινων, και την επανάσταση των μηχανών έσβηνε μίζερα όσο περνούσαν οι μέρες και η απόλυτη καταστροφή δεν έλεγε να φανεί. Ακόμα τουλάχιστον. Γιατί τα πρώτα αεροπλάνα που έπεσαν εν πτήσει σε Νότιο Αφρική και Ινδονησία εμφανίστηκαν τέλη Γενάρη, όμως “ντάξει” είπαμε, “τεχνικά προβλήματα”. Και όταν έφευγαν οι πύραυλοι κατά λάθος πάνω σε ιρακινές πόλεις, “ε τι να κάνεις” έλεγες, “τεχνικό πρόβλημα πάλι”. Μόνο όταν έγινε το μπραφ με τις καταθέσεις έτρεχαν όλοι σαν ακέφαλα κοτόπουλα. Θα με πουν και κυνική τα πιτσιρίκια που δεν τα πρόλαβαν αυτά, μα σαν το ζούσες ήταν ξεκάθαρο πως ο κόσμος είχε κρεμάσει από ένα ψηφίο ενός υπολογιστή όλα τα όνειρα και τις ελπίδες του για το αύριο. Ένα αύριο που δεν έλεγε και πολλά πλέον μπροστά σε εκατομμύρια ταυτόχρονες προσωπικές χρεωκοπίες. Μετά έσκασαν και οι αντιδραστήρες στην Ιταλία από μία αστοχία του συστήματος και το αύριο ψόφησε επισήμως. Ένα αύριο που μας έλεγαν πως θα ‘φερνε τα πάντα, από το φάρμακο του καρκίνου μέχρι ολόκληρη τη μουσική της Μπρίτνει σε ένα τόσο δα δισκάκι. Από τα ιπτάμενα αμάξια ως το υπόγειο μετρό της Αθήνας. Από τις τεράστιες οθόνες τηλεόρασης στο σπίτι μέχρι την γιγάντια ψηφιακή λεωφόρο της πληροφορίας ονόματι ΙΝΤΕΡΝΕΤ. Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν κουλά, όμως το σάστισμα τότε στα πρόσωπα των ανθρώπων από την προδοσία του ονείρου δεν έλεγε να σβήσει. Μέχρι τα μέσα Φλεβάρη βαρούσαν τα κανόνια της τρέλας αδιάκοπα. Όσοι προνόησαν έγιναν μπουχός υπό τον φόβο του νέου Τσέρνομπιλ για να μείνουν οι υπόλοιποι να ξεσκιστούν με τις σάρκες τους. Μαγαζιά, υπηρεσίες, γραφεία, όλα έπαψαν να έχουν ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης μπροστά στην επικείμενη καταστροφή. Το μόνο που έβλεπες πια στη γύρα ήταν λουκέτα, κορμιά ξεφουσκωμένα από τις βουτιές πολυόροφων κτιρίων, και μερικές σκιές ανθρώπων που απέμειναν να περιφέρονται σαν αγρίμια παριστάνοντας πως ζουν. Ίσως για αυτό έπαιζε συνέχεια διαφημίσεις και άσχετες μαλακίες η τηλεόραση εκείνες τις ημέρες, ήταν το τελευταίο χρήσιμο πράγμα που μπορούσαν δείξουν σε ανθρώπους που ετοιμάζονταν για το γκραν φινάλε.

    Όμως το γκραν φινάλε δεν ήταν τόσο απτό για εμένα. Όλοι είχαν προαποφασίσει ότι αυτό ήταν το τέλος, αλλά αυτός ο πανικός μού φαινόταν περισσότερο σαν μια ελαφρά λιγότερο ρηχή εκδοχή της αυτοσυντήρησης που προϋπήρχε. Δεν με έπειθαν οι άνθρωποι που ούρλιαζαν ότι διαλύθηκε ο κόσμος απλά και μόνο επειδή είχε καταστραφεί ο κόσμος τους. Γιατί όπως η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μία μέρα, έτσι και οι ψευδαισθήσεις τους δεν γκρεμίστηκαν εν μία νυκτί. Θέλω να πω, εκείνη την περίοδο στα Ντία είχαν κρεμάσει προωθητικά πανό με το νέο σλόγκαν που έτρεχε παντού τον τελευταίο καιρό πριν τα πράγματα αλλάξουν. Έγραφαν τη φράση “ΕΤΟΙΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ” με μεγάλα λευκά γράμματα που απλωνόταν έτσι θορυβώδη και γελοία χωρίς κάποιο ιδιαίτερο νόημα όσο τα πάντα διαλύονταν. Σε ποιο μέλλον ακριβώς αναφερόταν; Το μέλλον γενικότερα, σαν έννοια του χωροχρόνου; Δεν θα το είχαν φιλοσοφήσει τόσο. Μήπως το μέλλον της ανθρωπότητας από εδώ και πέρα; Δεν θα χολόσκαγα για αυτό, με τόσους φραγκάτους και βυσματίες που μας είχαν ήδη κουνήσει το μαντήλι από κάθε είδους καταφύγιο ήμασταν ασφαλείς από την εξαφάνιση του είδους, οπότε σε δέκα χρονάκια όλα θα ήταν όπως πριν με την Ρούλα Κορομηλά πρωθυπουργό. Κατά πάσα πιθανότητα το σλόγκαν εννοούσε εκείνο το μέλλον με τα ιπτάμενα αμάξια και το ίντερνετ. Το μέλλον που μόνο ένας βλάκας θα πίστευε ότι θα προλάβαινε να το ζήσει (και ναι, οι άνθρωποι το πίστευαν αυτό). Το μέλλον που όπως μας το υποσχέθηκαν έτσι το πήραν και πίσω.



    Μείναμε εν ολίγοις σαν τα καβούρια στον κουβά, να τραβάμε ο ένας τον άλλο όλο και πιο κάτω. Δεν ήταν ζωή, ούτε επιβίωση το έλεγες όμως- λειτουργούσαμε περισσότερο σαν βιορομπότ με κατάθλιψη. Μα εμένα προσωπικά δεν μου καθόταν και τόσο άσχημα αυτό εκείνη τη στιγμή. “Δες εμένα”, έλεγα, “εικοσιεννιά έφτασα και δεν κατάφερα τίποτα για να το περηφανεύομαι, πίνω ληγμένο μούφα μίλκο και κρυφοχαίρομαι που ο κόσμος τελειώνει γιατί κάθε μέρα μού ήταν ούτως ή άλλως αφόρητη, πόσο καλό να ήταν τελικά το μέλλον για κάποια σαν εμένα;”. Σήμερα βγάζει μάτι η άρνηση κάθε μορφής πραγματικότητας σε αυτό τον συλλογισμό, μα εκείνη τη στιγμή είχα καταλήξει στην λύτρωση. Με καθησύχαζε πλέον η σκέψη του τέλους, επειδή θα έμπαινε επιτέλους κάποιο φράγμα στον ατέρμονα βρόχο που έτρεχε αμείλικτο εις βάρος μου. “Επιτέλους”, έκανα στον εαυτό μου, “να ησυχάσουμε μια κι έξω”. Έκανα γύρους στην καρέκλα του ταμείου σαν να ήμουν στο λούνα παρκ και κατέβαζα τα πλαστικά μπουκάλια ξεροσφύρι, πείθοντας με όλο και περισσότερο πως άπαξ και πάνε όλα στο διάολο, το μαρτύριο μου τελείωσε.

    Η δόνηση του έρικσον μέσα από το μπουφάν έκοψε το ανέμελο στριφογύρισμα γύρω από τις αποψάρες μου. Πάλι αναβόσβηνε το “Μαμά” στην οθόνη, αλλά στο σημείο που είχα φτάσει πνευματικά δεν είχα καμία όρεξη να κάνω εκπτώσεις ή να δίνω εξηγήσεις. Αλλά συνέχιζε από μόνος του να τρέχει ο διάλογος σαν σενάριο μέσα στο κεφάλι μου.

    “Δεν σε καταλαβαίνω. Συνεχίζεις να κάνεις την αναίσθητη; Ακόμα και τώρα; Ποιον προσπαθείς να πείσεις πια, ρε Όλγα; Εμένα; Αφού ξέρω ότι έχεις αγριέψει”.

Ναι, η αλήθεια είναι ότι αγριεύω με τέτοιες μπαρούφες.

”Άκρη δεν βγάζει άνθρωπος μαζί σου. Αρνείσαι κάτι που βλέπουμε ξεκάθαρα και οι δύο”.

    Το ίδιο λέμε, κοίτα να δεις που τελικά μοιάζουμε εμείς οι δύο, ε; Αλλά να μου πεις, άμα δεν έμοιαζα σε εσένα, σε ποιον;

“Με αδικείς τόσο πολύ με τα συμπεράσματα που βγάζεις μόνο και μόνο από τον θυμό σου”.

Ε και; Πειράχτηκες;

”Γιατί κουβαλάς θυμό για εμένα, Όλγα; Μπορείς να μου πεις; Φωναχτά, να σε ακούσω.”.

Δεν έχω ώρα για τέτοια, μάνα, έχω να απολαύσω τις μέρες που μου μένουν όπως πρέπει.

“Πόσο πιστεύεις ότι θα τραβήξει αυτό; Πότε θα αρχίσεις να κοιτάς πάλι το μέλλον σου, Όλγα;”.

Ποιο μέλλον μωρέ τώρα, δουλευόμαστε;

-Γιατί μιλάς μόνη σου, κυρία;

    Γλίστρησα σχεδόν απ’ την καρέκλα. Τέτοια τρομάρα δεν την είχα ξανανιώσει. Κρατήθηκα από τον πάγκο να σηκωθώ αργά αργά με την καρδιά μου στο στομάχι για να αντικρύσω ένα τόσο δα κοριτσάκι με κοτσίδες να στέκεται πιο πέρα μισοφοβισμένο. Δεν ήταν πάνω από εννέα χρονών αν κρίνω από το σουλούπι και το παιδιάστικο φουστανάκι που φορούσε κάτω από αυτό το φουσκωτό μωβ μπουφάν του.

-Γιατί είσαι εδώ; Που είναι οι δικοί σου;

-Εδώ είναι, έλα! Αλλά μου είπε η μαμά μου να μη μιλάω με αγνώστους!

    Αυτό δεν μου έβγαζε κανένα νόημα, φυσικά. Όπως δεν έβγαζε νόημα να βρίσκεται ένα παιδί μόνο του σε ένα ρημαγμένο Ντία με τον ήλιο έξω να έχει πέσει. Ρώτησα το όνομα του κοριτσιού, τίποτα. Ξαναρώτησα, μου έκρυβε το απορημένο του μουτράκι πίσω από τα κοτσιδάκια του προσπαθώντας να μιμηθεί την στάση μου περιπαικτικά με τα χέρια στη μέση.

-Εγώ είμαι η Όλγα, δουλεύω εδώ. Εσύ;

    Έκανε ότι πάει κάτι να αρθρώσει και γύρισε με μιας τρέχοντας προς το βάθος. Σάστισα σκεπτόμενη πως θα φαινόμουν σε κάποιον που θα δει μια μαντράχαλη να κυνηγά ένα πιτσιρίκι εδώ μέσα. Θύμησα μετά στον εαυτό, βέβαια, ότι μάλλον κανείς δεν θα μείνει για να ζήσει το τέλος του μήνα οπότε δεν θα μου ‘μενε για πολύ η ρετσινιά της τρελής. Έτρεχα με τα φώτα στο ταβάνι να παίζουν χασαποσέρβικο και με κάθε βήμα κατάπινα τον εμετό μου. Η μικρή τελικά με λυπήθηκε και πάτησε φρένο περιμένοντας με στο τέλος του πιο δεξιού διαδρόμου, αφήνοντας επίτηδες ένα μανίκι να εξέχει. Πλησίασα με ένα πέτρινο χαμόγελο να κοιτάξω φευγαλέα την περίεργη χαριτωμενιά που είχαν οι καστανόξανθες τούφες της- αυτές που δεν κάθονταν με τίποτα να τις πιάσεις σε κοτσίδες ούτε σε εμένα. Παρά την αμηχανία μου το κορίτσι στεκόταν ατάραχο και ανέκφραστο σαν να το είχα βάλει τιμωρία. Ρώτησα πάλι το όνομα του. Ξεγλιστρά και αρχίζει άλλο ένα κατοστάρι τσιρίζοντας μου κάτι κάνοντας ζιγκ ζαγκ στους διαδρόμους.

-Μάλλον πρέπει να το σηκώσεις!

    Το έρικσον μού έριχνε σουβλιές στο μπούτι. Πάλι ήταν το “Μαμά” μα δεν μου περίσσευε χρόνος για το “Μαμά” εκείνη τη στιγμή. Είχα να μαζεψω τα πνευμόνια μου από τα πατώματα γιατί αυτό το διαβολάκι κάλπαζε σαν τον Κεντέρη. Την πρόφτασα τελικά την μικρή στον διάδρομο με τα προϊόντα της ημέρας και την γράπωσα σφιχτά από τους ώμους. Το διαβολάκι τσίριζε και χτυπούσε τα πόδια κάτω από τον πόνο. Τα χέρια μου είχαν ξεσυνηθίσει τόσο καιρό τους άλλους ανθρώπους.

-Έι, κυρία, μου θύμωσες; Αφού παίζαμε.

-Δεν είμαι για να παίζω τώρα, πήγαινε σε παρακαλώ στη μαμά σου.

-Μα σου είπα. Εδώ είναι η μαμά μου.

-Που “εδώ”;

    Με ένα δαχτυλάκι να εξέχει από το μανίκι μού έδειχνε το απέναντι μεσαίο ράφι στο τέλος του διαδρόμου. Μου έκανε νόημα μη βγάλω άχνα και την ακολούθησα στις μύτες. Όταν πλησιάσαμε και μάθανε τα μάτια μου στο σκοτάδι είδα πάνω στο άδειο ράφι χωμένη μια γυναίκα. Τα είχε πατημένα τα εξήντα και φορούσε μια χιλιοτρυπημένη μαύρη νυχτικιά. Από τα κοντά καστανόξανθα μαλλιά της ως τα νύχια της, παντού είχαν κολλήσει νιφάδες πάγου σαν να την είχαν βρει μέσα στο χιόνι. Το πρόσωπο της με τα μάτια κλειστά κουβαλούσε ένα βάσανο που πήγαζε από το ταλαιπωρημένο της μεσόφρυδο. Με έπιασε μια μαλακία να ακολουθήσω με τα δάχτυλα τα ρυάκια πάγου που είχαν γεμίσει τις χαρακιές στο δέρμα της, μα το κορμί της ήταν τόσο σκληρό στο άγγιγμα που πετάχτηκα αμέσως πίσω. Περισσότερο έμοιαζε με κούκλα από πορσελάνη παρά με άνθρωπο πλέον.

-Κυρία Όλγα; Είσαι καλά;

    Ό,τι γάλα κατέβασα, το ξέρασα. Έπνιξαν το κορμί μου οι ανατριχίλες και έτρεμαν τα δόντια μου αφήνοντας κοφτά χνώτα μπροστά από το φως των ψυγείων. Είχα δεν είχα την τρόμαξα την μικρή για τα καλά και τραβήχτηκε πέντε βήματα πίσω όσο εγώ τρελαινόμουν και προσπαθούσα να ξεθολώσω τα μάτια μου από το ρίγος.

-Γιατί είναι εδώ;

-Κανένας δεν την ήθελε. Κανένας δεν την πήρε.

    Δεν έδωσα σημασία. Έκανα κίνηση να βγάλω το κινητό για να πάρω το εκατό, μα το χαώδες βουητό της ΟΤΕ έκανε αντίλαλο στον διάδρομο πριν ακόμα το ακουμπήσω το ακουστικό στο αφτί.

-Ποιος την έβαλε εδώ;

    Με κοίταζε. Ξαναρώτησα. Μισάνοιξε το κάτω χείλος. Την έπιασα πάλι από τους ώμους και έβγαλε μια πνιχτή κραυγή απ’ την αγαρμποσύνη μου. Άρχισε να μυξοκλαίει και να λύνεται στα χέρια μου. Εκεί κάπου έσπασα με την σειρά μου και απομακρύνθηκα σαν δαρμένη γιατί έτσι όπως είχα γίνει η μικρή πήγαινε να μου μείνει στα χέρια. Κάθισα στο πάτωμα κοιτώντας την από μακριά να σκουπίζει τα δάκρυα της, να φτιάχνει τις κοτσίδες της, και να ισιώνει από το τρακ της το φορεματάκι μέσα από το μπουφάν. Που και που μέσα στις παύσεις μού πετούσε αποσπάσματα από κουβέντες που μου φαίνονταν γνώριμες, αλλά χωρίς ειρμό, περιμένοντας να θυμηθώ τις απαντήσεις που είχα δώσει σε κάθε μία από τις συζητήσεις. Το ένιωθα ότι θα έσκαγαν τα μέσα μου ανά πάσα στιγμή. Τα μυαλά μου ήταν στα κόκκινα. Είχα καταλάβει, μα δεν ήθελα να το δεχτώ.

    “Μα πως;” έλεγα ξανά και ξανά. Δεν γινόταν να τα ζω αυτά. Σκεφτόμουν ότι μάλλον αυτό ήταν, τελικά είχαμε περάσει επίσημα στο αύριο. Ίσως αυτό να ήταν το τέρμα του κόσμου και του χρόνου που είχα στη διάθεση μου. Απλά αντί για σύννεφα ή καζάνια με φλόγες ήμουνα μέσα σε ένα Ντία με ένα κοριτσάκι και μια νεκρή. Ταιριαστό; Δεν θα το έλεγα. Συμβολικό ίσως, και διόλου διακριτικό. Για αυτό και είχε μπουκώσει το κεφάλι μου απ’ τα νεύρα. Δεν μπορούσα να χωνέψω τι ένιωθα και τι έβλεπα. Και όλο αυτό δηλαδή τι σκοπό είχε; Να με κάνει να νιώσω τύψεις; Να με βοηθήσει; Μα πως; Τόσα ερωτηματικά κρέμονταν πάνω από το κεφάλι μου και η αβεβαιότητα με είχε λιώσει. Πάλι καλά που βρήκε θάρρος να με ξεκολλήσει η μικρή από το πάτωμα.

-Μα πως δεν την αναγνώρισες ακόμα;

-Μια χαρά την αναγνώρισα.

-Είσαι σίγουρη, κυρία Όλγα;

-Εσύ τι λες;

-Ό,τι μου λες και εσύ.

-Πρέπει να βγούμε από εδώ, μικρή. Δεν γίνεται να την βγάλουμε έτσι. Ακόμα και τώρα, που όλα πάνε κατά διαόλου.

-Με θες αλήθεια να έρθω μαζί σου;

-Δεν ξέρω. Ίσως θέλω, ίσως πρέπει.

    Το έρικσον άρχισε πάλι να ουρλιάζει παραπέρα. Μισοφώτιζε πάλι το “Μαμά” με μικρές νιφάδες να γεμίζουν τα σπασίματα επάνω του. Το κοριτσάκι έσκυψε και μού το έβαλε στην παλάμη ανέκφραστο. Το απάντησα. Περίμενα για μία αιωνιότητα που χωρούσε σε μια στιγμή. “Ναι; Μάνα;”. Εν τέλει τσίριξε ο ίδιος μπερδεμένος στατικός θόρυβος, και εγώ περίμενα μέσα από τους βόμβους τον τσιγαρόβηχα της πριν αρχίσει την κλάψα της που την ξέχασα. Να της πω επιτέλους ότι ήμουν εδώ, ήμουν καλά, και ότι ίσως να μην τελειώνει ο κόσμος τελικά. Ίσως, κάπου, κάπως, να μπορέσει να χωρέσει και λίγο μέλλον.

-Δηλαδή είμαστε έτοιμες πια, κυρία Όλγα;

-Έτοιμες για ποιο πράγμα;

Μου έδειχνε με το δάχτυλο ένα διαφημιστικό που κρεμόταν από το ταβάνι.

-Έτοιμες για το μέλλον.

    Δεν την πρόλαβα προφανώς την φωνή της μάνας στην άλλη άκρη της γραμμής. Κατέβασα το ακουστικό και πέταξα το κινητό αδύναμα πάνω στο ράφι με την γυναίκα για να βγάλει εκεί πάνω τον επιθανάτιο ρόγχο του. Αυτό, ναι, μου φάνηκε κομματάκι ταιριαστό.

-Μπα, δεν είμαστε. Αλλά μάλλον δεν πειράζει.

-Μα. Φοβάμαι.

-Και εγώ φοβάμαι εδώ μέσα.

-Και πότε θα γυρίσουμε πίσω; Τότε που ήταν όλα κανονικά;

-Ίσως να μην υπάρχει πλέον το “κανονικά”. Θα δούμε. Προς το παρόν, σήκω.

-Εσύ ξέρεις καλύτερα, κυρία.

-Κεριά.

    Μια στερνή ματιά έριξε η μικρή στο ράφι με το έρικσον και βγήκαμε από το πλάι με τη παλάμη της χωμένη και χαμένη κάπου μέσα στη δική μου. Το ρολόι έδειχνε περασμένες εννιά και ο ουρανός είχε μελανιάσει απ’ τα σύννεφα που κοσκίνιζαν με χιόνι την πλάση. Έβαλα τα χέρι μου με το δικό της στη τσέπη του άθλιου μωβ μπουφάν και σηκώσαμε τις κουκούλες μας μπας και γλιτώσουμε το κρύο στον δρόμο για το σπίτι. Δεν θυμάμαι πόση ώρα περπατούσαμε καμπουριασμένα κάπου ανάμεσα στο λευκό και το γκρίζο. Μόνο ότι είχαμε πάρει τον πιο μακρύ δρόμο της επιστροφής. Έτσι, σαν τιμωρία περίπου.

    Ήταν το πιο πικρό μου βάσανο η σκέψη ότι δεν θα ακούσω ποτέ ξανά την αλμύρα στην φωνή της μάνας μου. Δεν σκέφτηκα ποτέ τέτοιο ενδεχόμενο. Πάντα είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι θα βρει τρόπο να αψηφήσει οποιονδήποτε κανόνα, μόνο και μόνο για να μπορέσει να με έχει έγνοια. Επιστημονική φαντασία όλα αυτά, εν τέλει. Φαίνεται κρατιόμουν και εγώ τόσο καιρό από τις ψευδαισθήσεις μου για να με τσούζει μέχρι και τώρα. Κι αν τελικά πέθανε, θα έφυγε με αυτή την έγνοια στα στερνά της, το πιστεύω. “Κοίτα με τώρα”, με πιάνω να λέω που και που, “την απέφευγα μέχρι να την κλάψω”. Ως τότε το μόνο που επεξεργαζόμουν μέσα μου ήταν το τι θα έλεγα όταν θα με ρωτούσαν για εκείνη, για να απαντώ ξερά ότι “χαθήκαμε”. Ποια χάθηκε πρώτη τώρα, σιγά, λεπτομέρειες, θα έλεγα. Ακόμα βέβαια ότι “χαθήκαμε” απαντώ όταν προκύψει πάνω στην κουβέντα σήμερα. Δεν μπορώ να μιλήσω, βουλιάζω από τις τύψεις. Δεν βγαίνουν οι σωστές οι λέξεις πλέον ούτε με το ζόρι.

    Φυσικά και γύρεψα να την βρω. Αλίμονο, με τα χρόνια που έρχονταν καταπάνω μου, έπρεπε να απασχολήσω με κάτι το κεφάλι μου για να μην τρελαθώ. Αλλά ήξερα πως δεν το είχα μέσα μου το θάρρος για να ξύσω παλιές πληγές και ήλπιζα κρυφά να μην την βρω ποτέ. Ίσως γιατί δεν έσβησε μέχρι και σήμερα από μέσα μου το παράπονο που το τέλος του κόσμου δεν ήρθε τελικά. Ίσως γιατί το χειρότερο που θα μπορούσε να γίνει εν τέλει για εμένα και εκείνη ήταν η αναβολή της αποκάλυψης. Και αυτό το νιώθω να μου πέφτει βαρύ πάνω στους ώμους μέχρι και σήμερα. Να δικαιολογήσω για τι άξιζε τελικά να μείνω πίσω, είτε σαν τιμωρία, είτε σαν τύχη, προσπαθώντας να με πείσω ότι κάτι θα έχει μείνει για να κάνω με το μέλλον που περίσσεψε.




A bitter homage to the future that would never come.

13.10.19

Αφροδίτη


(πάτα το δε δαγκάνει)


    Κατά τύχη τους έπιασε το μάτι μου. Ούτε που κατάλαβα τι γινόταν μες στο ξημέρωμα- όταν πάρκαρα τελείως εκείνη ήταν ήδη πεσμένη και ένας βαψομαλλιάς σκατόγερος με το άσπρο το πουκαμισάκι της πάταγε κλωτσιές στα πλευρά. Πατάω μια φωνή και γυρνάει το ραμόλι με μουστάκι έτοιμο για τις απόκριες ήδη από τα τέλη του Σεπτέμβρη. Ξεκινάω ένα σπριντ (και καλά, που πνευμόνια τώρα για τέτοια) κι αυτός τινάζεται χεσμένος σε ένα πράσινο σιτροέν που έχει γίνει κώλος από τα βουλιάγματα. Στο τσακ γλίτωσε από τα χέρια μου το αρχίδι.

-Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό.

-Είσαι... Είστε καλά; Όχι απότομες κινήσεις, έχω φαρμακείο στο φορτηγό.

-Ε όχι και πληθυντικός, ρε παλικάρι μου.

    Με κορακί μαλλί, μια μαύρη μακριά ρόμπα κιμονό δεμένη στη μέση και χοντρά γυαλιά να κρύβουνε τα μάτια της η ηλικία της θα είναι κάπου στα πενήντα, βάλε βγάλε δυο χρονάκια. Αίμα πάντως πουθενά, στο χείλος λίγο και στη πλάτη από την άσφαλτο- τα υπόλοιπα απλά μελανιές από χέρι και παπούτσι. Της βάζω εκεί κάτι αρχαία μπεταντίν με τραυμοπλάστ που βρήκα και την σηκώνω με αργές κινήσεις φοβισμένος μην έσπασε τίποτα μέσα και δεν της φαίνεται. Αλλά και που σηκώθηκε και την βλέπω λίγο καλύτερα πάλι δεν μου φαίνεται καλά.

-Μη το ξύνεις, άστο να ποτίσει. Κέντρο υγείας, γιατρό έχει εδώ κοντά;

-Εσύ τι λες;

    Ηλίθια ερώτηση. Τι δουλειά να έχει το κέντρο υγείας κοντά στο πάρκινγκ του Σείριου; Εδώ δεν έχει ούτε Γκούντις πια, γιατρό θα έχει; Αμήν κάνουμε για έναν καφέ, μια τυρόπιτα και ένα κατούρημα χωρίς να πάθουμε καμιά σύφιλη εδώ πέρα.

-Που είναι το αμάξι σου;

-Δεν έχω.

-Σε φέρανε;

    Τα γυαλιά της έπεσαν απ’ την ολόισια μύτη της για να φανούν τα μουτζουρωμένα βλέφαρα της να μου κάνουν νόημα στα δεξιά. Αμάξι πράγματι δεν υπήρχε. Μόνο ένα εγκαταλελειμμένο βενζινάδικο, μια παιδική χαρά πνιγμένη στα αγριόχορτα και ένα κιτρινισμένο τροχόσπιτο πέντε επί τρία με μια γαλάζια γραμμή στο πλάι. Την κοιτάω για επιβεβαίωση και την πάω στράτα στρατούλα μέχρι μια σπαστή καρέκλα διακοπών στημένη ακριβώς δίπλα στην ορθάνοιχτη πόρτα του τροχόσπιτου.

-Με λένε... Αφροδίτη. Εσένα;

Ο δισταγμός της λίγο πριν το όνομα κατάφερε και χτύπησε όλα τα καμπανάκια που υπήρχαν.

-Έχει σημασία;

    Δεν πειράχτηκε. Είτε ξέρει το όνομα μου είτε όχι το ίδιο της είναι, κουβέντα να γίνεται- αρκεί να μην την ρωτάω τι της ήταν αυτός ο μαλάκας που την χτυπούσε σαν χταπόδι μόλις πριν λίγο.

-Αυτό να μου πεις. Πόσο είσαι;

-Κλεισμένα τριαντατρία.

-Μωρέ μπράβο. Και δεν σου φαίνεται. Και για εικοσιέξι θα περνούσες, πανάθεμα σε.

    Αρκετή κουβέντα δηλαδή. Τόση που κάνει να βγάλει καρέκλα να κάτσω δίπλα της. Κομπιάζω μια στιγμή να καταλάβω αν όλο αυτό είναι φλερτάκι ή αμήχανο κοπλιμέντο για “ευχαριστώ” επειδή βρέθηκα στο λάθος μέρος τη σωστή στιγμή.

-Συγγνώμη αλλά με έπιασες στο δρόμο για Ρουμανία. Κι αν δεν τηρήσω το πρόγραμμα θα μου κόψουνε τον κώλο.

Ούτε τώρα πειράχτηκε.

Ούτε πτοήθηκε όμως.

-Αυτά μας τα ‘παν κι άλλοι. Έχεις δει εσύ ποτέ άνθρωπο να πας να του πιάσεις την κουβέντα και να μην βιάζεται;

    Τελικά η Αφροδίτη λύνει την απορία μου ανοιγοκλείνοντας όλο νόημα την ρόμπα όσο μιλάει, λες και είμαι εγώ, τώρα αρραβωνιασμένος άνθρωπος με δυο μωρά, για τέτοιες ιστορίες. Που και να ήμουν δηλαδή, με δυο τρία βλέφαρα παραπάνω που ρίχνω στα πόδια και το στήθος η ιστορία δεν μου κάθεται. Κάνω λοιπόν τον ψόφιο κοριό αλλά εκεί αυτή. Και σκέψου ότι ούτε δέκα λεπτά πριν ήταν τάβλα.

-Κοίτα, δεν μπορώ να σε βοηθήσω άλλο. Και εξάλλου, πως να στο πω, εγώ δεν…

Προλαβαίνει και με κόβει από τα χειρότερα.

-”Δεν” τι; Δεν πας με πουτάνες ή με τρανς;

    Να πω δεν ντράπηκα; Ντράπηκα. Σίγουρα δεν θα ‘θελα να το πω έτσι μα πως αλλιώς θα το 'λεγα; Έμεινα με ένα γνέψιμο. Πάλι δεν θορυβήθηκε. Κουμπώνεται στοιχειωδώς και με πιάνει στην πάρλα (αφού δεν μ’ έπιασε πελάτη) ξεκινώντας κυριολεκτικά την ιστορία της ζωής της. Αμήχανο, σίγουρα, αλλά θα έλεγα ψέματα αν δεν μου φαινόταν κάπως ενδιαφέρον όλο αυτό.

    Γεννήθηκε, λέει, και μεγάλωσε σε μια επαρχιακή πόλη (δεν είπε ποια) με την γιαγιά της την Αφροδίτη (από εκεί και το όνομα) που τρεις φορές επισημαίνει πόσο άγιος άνθρωπος ήταν. Ρωτάω για γονείς και μετά από κάτι αξιομνημόνευτα καντήλια για εκείνους φτάνει η αφήγηση της στα δεκατέσσερα. Εκεί, λέει, παρατάει το σχολείο (κάτι που εξηγεί τον φτωχό τρόπο που εκφράζεται) και βρίσκεται με τα πολλά Θεσσαλονίκη για να αρχίσει να εκδίδεται.

-Ψεύτρα θα με έβγαζαν αν έλεγα ότι δεν μου καλάρεσε στη δουλειά, ειδικά στις αρχές. Μετά το αρχικό τρακ έρχεται η συνήθεια. Μια εβδομάδα να περάσεις εκεί πέρα και τίποτα μετά δεν θα σου ξανακάνει εντύπωση. Δεν φαντάζεσαι τι μούργα κυκλοφορεί. Τι βιτσιόζοι παντρεμένοι έτοιμοι για το Δαφνί, τι τσατσάδες που τα πρωινά τις έβλεπες στην τηλεόραση να ρωτάνε “που πάει αυτή η κοινωνία”, τι παπάδες... Καλά για παπάδες ακόμα δεν άκουσες τίποτα.

    Ενήλικη πλέον, η Αφροδίτη κατεβαίνει (όπως σκόπευε από πάντα) Αθήνα και βρίσκει μόνο κακομοιριά και βρώμα σε ένα υπόγειο της Κουμουνδούρου. Η απελπισία την στοιχειώνει και κάνει καιρό να φύγει γιατί δεν τα φανταζόταν τα πράγματα τόσο ανυπόφορα. Μαζεύει λίγα λίγα τα χρήματα και στα είκοσι της κάνει επιτέλους την εγχείρηση.

-Και πως ήταν μετά;

-Μέσα μου το ‘ξερα ότι εκεί θα γίνει το μπαμ- με το σώμα που έπρεπε να έχω. Φαντάσου πως κανένας καινούριος πελάτης δεν καταλάβαινε τη διαφορά, κι ακόμα και αν την καταλάβαινε αυτό ήταν το λιγότερο που τον απασχολούσε. Ήμουν μπροστά από όλες εκεί μέσα- όλες. Αλλά λίγο με ένοιαζαν αυτά, ήμουν για μεγαλύτερα πράγματα. Δεν θα έμενα για πάντα εκεί μέσα να με γαμάει κάθε καρυδιάς καρύδι για ψίχουλα. Για αυτό πείσμωσα και δούλεψα μέχρι να φτιάξω όνομα, μέχρι να με αναγνωρίζουν και να με συστήνουν, μέχρι να μπορώ να βγάλω όχι απλά λεφτά αλλά τα λεφτά. Και αυτό με έφαγε. Αυτό μου φούσκωσε τα μυαλά.

    "Μετακομίζει" έτσι στην Φυλής (φυσικά, που αλλού) και εδώ είναι που αρχίζει η ιστορία και μπάζει νερά. Ό,τι μου είπε ως τώρα ήταν ψιλοκλισέ, αλλά πιστευτά. Τώρα τα ξεπερνά, ισχυριζόμενη ότι έγινε τόσο ξακουστή που από “φτωχοπουτάνα” έγινε συνοδός πολυτελείας στο πι και φι (αυτό χωνεύεται, πράγματι θα ήταν όμορφη κάποτε) με πριβέ ραντεβού με επωνύμους. Μόνο τα ονόματα και τα ποσά που αραδιάζει μου βάζουν ψύλλους στα αφτιά. Συνεχίζει μετά λέγοντας ότι έφτασε να κυκλοφορεί Μερσεντές στο χωριό της γιαγιάς της και να την προσκαλούν προσωπικά όποτε μπάρκαρε ο στόλος των αμερικάνων σε Ρόδο και Κρήτη. Λες και έπαιζε στο “Καλώς ήρθε το δολάριο” του Φίνου, να πούμε.

-Δηλαδή έπεσε δουλειά, όχι αστεία.

-Δεν ήθελε πολύ να αρχίσουν να ασχολούνται μαζί μου περιοδικά και εκπομπές. Άλλες μέρες τότε. Τι ποσά σου έλεγα πριν; Ε αυτά ούτε που τα φαντάζεσαι. Τι “τραβέλι” με έλεγαν, τι “σατανά” και “ντροπή της φύσης”, ακόμα γελάω. Όταν έκλεινε η κάμερα να δεις τα παρακάλια τους όμως για φωτογράφηση ή συνέντευξη δεν λέγεται. Τέτοια ευκαιρία για δημοσιότητα δεν χάνεται εννοείται. Άσε που είναι και σκέτη πρέζα. Όλη αυτή η προσοχή σε κάνει να νιώθεις ότι κάτι κάνεις καλά.

    Πόση ώρα να πέρασε για να έχει βγει ο ήλιος και να μου ψήνει την πλάτη κανονικότατα; Κοιτάω ρολόι και βλέπω δέκα περασμένες. Σκατά. Τώρα θα περνούσα από Καμμένα Βούρλα. Πως της το ξεκόβω, ελπίζοντας ότι θα πάει τελικά μόνη στο γιατρό; Πως να ξεφύγω όσο ακόμα μιλάει το ίδιο αργά κοιτώντας με ευθεία στα μάτια;

-Ναι, μα...

-Ξέρω, τώρα δεν πολυφαίνεται, μα φαντάσου καθημερινά μόδιστρους να περνούν από το σπίτι μου στην Γλυφάδα για να πάω στις επιδείξεις τους. Σε τέτοιο σημείο ήμουν. Μάλιστα θα το πίστευες αν σου έλεγα ότι με πέτυχαν μια φορά στο αεροδρόμιο οι Ντόλτσε & Γκαμπάνα και μου έδωσαν την κάρτα τους;

Όχι. Όχι δεν θα το πίστευα.

-Οκέι όλα αυτά ρε Αφροδίτη αλλά κάτι δεν κολλάει. Εσύ τι κάνεις σήμερα εδώ;
    Δεν το πιστεύω ότι δεν θα περίμενε να πέσει αυτή η ερώτηση κάποια στιγμή, κι όμως έτσι συμπεριφέρεται. Ξεφυσάει πικρά και αφήνει το βλέμμα της στο υπερπέραν. Ξαφνικά η φωνή της αλλάζει στο πιο σοβαρό.

-Πιστεύεις  οι πουτάνες σκέφτονται το μέλλον; Γράφονται στο ΙΚΑ ή μαζεύουν ένσημα; Ειδικά οι τρανς. Οι πιο πολλές δεν σκέφτονται αν θα προλάβουν τα τριάντα, από άλλους ή από τις ίδιες. Εδώ εγώ δύο φορές κότεψα και τρεις φορές με πρόλαβαν, και μου λες εσύ αν σκεφτόμουν που θα είμαι στα γεράματα;

-Με όλα αυτά που λες εσύ θα έπρεπε τη δεκαετία του ‘90 να κάθεσαι πάνω σε εκατομμύρια, με όλες τις πόρτες ορθάνοιχτες. Τι συνέβη; Πως πας από Γλυφάδες, μερσεντές και συνεντεύξεις, ξέρεις… Εδώ;

    Όπου το εδώ υπενθυμίζω ότι είναι ένα ρημαγμένο τροχόσπιτο-σπίτι-γαμιστρώνας στην εθνική οδό με μπουρτζόβλαχους να την κλωτσάνε στο λαιμό.

-”Τι συνέβη”. Λες και εγώ δεν το ρώτησα ποτέ αυτό. Κάθομαι να σου πω δυο πράγματα για ‘μένα και εσύ με ρωτάς “τι συνέβη”. Τι να συνέβη; Τι πιστεύεις;

    Φαίνεται πραγματικά συγχισμένη που όχι μόνο την διέκοψα από την ιστορία της αλλά αμφισβήτησα και τα μούσια που πουλάει. Δεν γαμιέται, λέω, έχασα που έχασα την ώρα μου, να δούμε τουλάχιστον που καταλήγουν αυτές οι ψευδαισθήσεις περασμένων μεγαλείων. Έχω λίγο χρόνο ακόμα για χάσιμο.

-Πες μου να μάθω.

-Θα είναι το μέρος φαίνεται, δεν ξέρω. Εσύ, ας πούμε, ήρθες εδώ για μια στάση και μετά πάλι πίσω στη δουλειά. Και τι δουλειά, ένα τιμόνι έχεις και καθάρισες. Τις πουτάνες τις ρώτησες; Αυτές ένα κορμί έχουν και αυτό με ημερομηνία λήξης. Αν πουρέψουν, πάπαλα- αν προλάβουν. Αν δεν τους φάει το κορμί η σιχασιά. Αν δεν τους φάει η ανασφάλεια όταν όλα αρχίσουν να κρεμάνε, τα τηλέφωνα δεν θα χτυπάνε πια και θα φτάνεις στα παρακάλια για να ζήσεις γιατί οικογένεια να στηριχτείς γιοκ. Τρελαίνονται, βλέπεις, πιάνονται από όπου μπορούν για να συνεχίσουν να νιώθουν ότι όλο αυτό άξιζε και το έκαναν.

-Για αυτό μένεις εδώ; Για να νιώσεις ότι αξίζει; Για να σε σπάνε στο ξύλο οι βαψομαλλιάδες και να το δέχεσαι; Γιατί δεν ζητάς βοήθεια;

-Μα αυτή είναι η βοήθεια. Αυτός είναι ο μόνος έρχεται και μου πετάει κάνα δίφραγκο να ζήσω. Αυτός μόνο με πηδάει πλέον. Για αυτόν είμαι εδώ, και το τροχόσπιτο δικό του είναι. Στη Μαλακάσα μένει, κανονικά με γυναίκα, παιδιά, εγγόνια. Απλά θέλει που και που να το “ρίχνει έξω”, να γαμάει βερεσέ και αν του πεις ότι δεν μπορείς να ζεις άλλο έτσι να σηκώνει και το βρωμόχερο του γιατί φοβάται ότι η πουτάνα που πηδάει δεν του έχει αποκλειστικότητα. Αλλά τι στα λέω. Σάλιο χαλάω. Ούτε που με πιστεύεις ακόμα.

    Δεν ξέρω που λέει αλήθεια και που ψέματα, μόνο ότι αν τα έζησε και όλα αυτά μαλακία κάνει και δεν τα γράφει βιβλίο. Εγώ πάντως και πολύ ασχολήθηκα. Όταν άρχισα να ξεμακραίνω για το φορτηγό γύρισε στο πρώτο της ύφος, λέγοντας μου ότι “καλά κάνω” και ότι ο βαψομαλλιάς με το μουστάκι “δεν αστειεύεται, έχει κι όπλο”. Ναι, ό,τι πεις. Μπαίνω στην καμπίνα και βλέπω την Αφροδίτη από το τζάμι να περιμένει στην καρέκλα να φύγω όμως κάτι μέσα μου κολλάει να βάλει μπρος. Είναι έντεκα παρά αλλά η φλυαρία της έκαναν την κούραση να μου τα σκάσει τώρα. Με την ώρα να περνάει και το φορτηγό σταματημένο, η Αφροδίτη μπαίνει τελικά στο τροχόσπιτο κλείνοντας την πόρτα. Από τη μία ανακουφίστηκα. Έλα όμως που με τρώει η περιέργεια τώρα. Δεν γαμιέται, λέω, η Ρουμανία θα περιμένει λίγο ακόμα. Βγάζω μία το κινητό και πατάω να βρω το οτιδήποτε.

Αφροδίτη.

Τρανς.

Πόρνη.

Δεκαετία ‘90.

Μόντελινγκ.

Έντερ.

    Δεν γινόταν να μην νιώσω εδώ εντελώς μα εντελώς μαλάκας. Μοιάζει απίστευτο στα μάτια μου. Όχι μόνο τελικά έλεγε αλήθεια, αλλά φρόντισε να μετριάσει σημεία της ιστορίας της. Οι φωτογραφήσεις που έλεγε υπήρχαν πράγματι και ήταν πέρα για πέρα επαγγελματικές, ενώ βρήκα μια συνέντευξη σε μια αρχαία εκπομπή του Τράγκα με εκείνη, από ό,τι καταλαβαίνω στα χάι της, να εξηγεί πως άλλαξε η ζωή της με την δημοσιότητα. Ολόιδια, μείον την φθορά του χρόνου επάνω της. Αλλά κυρίως φαινόταν χαρούμενη. Πραγματικά η προσοχή επάνω της την έκανε να λαμποκοπά. Εξώφυλλα σε περιοδικά, πασαρέλες, καλλιστεία- όλα αρκετά για να επιβεβαιώσουν πως η Αφροδίτη όχι απλώς υπήρξε αλλά ήταν και σε κύκλους με γερά φράγκα. Και ωραία όλα αυτά, τα φράγκα όμως που πήγαν;  Η απάντηση βρίσκεται τελικά στο πιο πρόσφατο παρελθόν, και αυτή τη φορά σε άρθρα ειδήσεων.

    Μόλις τρία με τέσσερα χρονάκια πριν, η Αφροδίτη εμφανίζεται στα Ιεροσόλυμα (τι σκατά) για να έρθει πιο κοντά με τη θρησκευτική της πίστη και έναν ιεράρχη εκεί, πρόσωπο αρκετά σημαντικό ώστε να αρχίσουν ψίθυροι μέσα στα δύο χρόνια “κρυφών” συναντήσεων, που τελικά βγαίνουν στη φόρα με φωτογραφίες και βίντεο. Αποτέλεσμα; Να μυρίσουν αίμα οι κωλοφυλλάδες τύπου Εσπρέσσο και να βγουν για κυνήγι. Βγαίνει ο ιεράρχης, λέει “σόρρυ, λάθος, με παγίδευσε ο Σατανάς, δεν το ‘θελα, σχωράτε με, ειρήνη ημίν”, παίρνει πόδι από το πατριαρχείο και φεύγει νύχτα. Η Αφροδίτη από την άλλη χάνεται πάλι στις σκιές και φτάνει με κάποιο τρόπο στο σήμερα να ζει σε ένα πάρκινγκ, μια ανάσα από τον Σείριο.

    Ίσως αυτό τελικά να εννοούσε με το “καλά για παπάδες ακόμα δεν άκουσες τίποτα”. Ίσως έπρεπε να ακούσω πιο προσεκτικά ή να δω τη φυσιογνωμία της καλύτερα μπας και θυμηθώ το τζέρτζελο και τα πρωτοσέλιδα στα περίπτερα που έπαιζαν τότε. Όπως και να ‘χει, η περιέργεια μου χόρτασε μεν αλλά οι τύψεις με βαραίνουνε ακόμα. Με το δρομολόγιο να έχει πάει ήδη πια κατά διαόλου, χτυπάω την πόρτα της μέχρι να μου ανοίξει ανόρεκτα. Της δείχνω στο κινητό την συνέντευξη με τον Τράγκα.

-Εσύ είσαι τελικά, έτσι;

-Κρίμα ρε παλικάρι μου. Τι δουλειά έχεις εσύ με τις νταλίκες; Στη νάσα έπρεπε να πας με τέτοιο μυαλό.

Έκανα λάθος πριν. Εδώ είναι που δεν γίνεται να μην νιώσω μαλάκας.

    Με προσκάλεσε μέσα και με έβαλε να κάτσω ακριβώς μπροστά από έναν ανεμιστήρα που γυρνούσε βαριεστημένα για να ξεγελάσω τον ιδρώτα μου. Το εσωτερικό με ένα διθέσιο κρεβάτι και έναν καναπέ είναι πιο ευρύχωρο από ό,τι φαίνεται αλλά είναι πνιγμένο από πράγματα όπως συσκευασίες φαγητού και σακούλες. Καλή καβάτζα για διακοπές, αλλά άνθρωπος εδώ δεν μένει. Η Αφροδίτη δεν δίνει σημασία όμως στις αδιάκριτες ματιές μου. Έχει πάρει το κινητό στο χέρι κοιτώντας το ψυχρά. Σαν να μην αναγνωρίζει τον εαυτό της. Σαν να μην θέλει, δηλαδή.

-Πότε ήταν αυτό;

-Θα σε γελάσω. Ενενηνταπέντε; Πιο μετά; Πολύ γλοιώδης άνθρωπος πάντως. Δεν μου ρίχτηκε, κάθε άλλο, αλλά φοβερά γλείφτης και κουτσομπόλης. Μετά από καιρό κατάλαβα ότι με ειρωνευόταν. Και οι άλλοι δηλαδή έτσι ήταν πάνω κάτω. Άλλα χρόνια όμως τότε, πιο φανταχτερά, πιο… Αθώα; Καλά αθώα ίσως όχι.

    Της δείχνω μετά το άρθρο για τον ιεράρχη. Εδώ σκάει ένα πικρό γελάκι. Δεν φαίνεται χαρούμενη κοιτώντας το όμως κατάλαβε ότι ενδιαφέρθηκα και έσκαψα την ιστορία της για με αφήνει όσο να πεις να εξιλεωθώ για τη τσογλανίστικη συμπεριφορά μου πριν. Με επιφυλάξεις αυτή τη φορά.

-Αυτό ήταν το πιο πρόσφατο που βρήκα, μετά δεν έχει συνέχεια. Θα μου την πεις;

-Μια μέρα το κεφάλι μου πήγε να σπάσει. Έφτασα στο αμήν, δεν με έπαιρνε άλλο να συνεχίσω. Το μόνο που ήθελα ήταν να σώσω τη ψυχή μου από το βούρκο και η ιδέα ήρθε όταν μια μέρα βρήκα τον βαφτιστικό μου  σταυρό από τη γιαγιά. Αυτό ήταν. Παράτησα τη δουλειά, έκλεισα το τηλέφωνο και γύριζα μονές και εκκλησίες πετώντας λεφτά μπας και βρω καμιά θέση κοντά στον Θεό. Ε και βρήκα τον Διάολο μου.

    Την βρίσκω αρκετά πιο κλειστή από πριν. Φαντάζομαι το θέμα θα είναι ακόμα ανοιχτή πληγή και το να μιλάει για αυτό θα είναι δύσκολο. Της λέω ότι δεν χρειάζεται να πει κάτι παραπάνω αν δεν θέλει κι ότι θα την αφήσω στην ησυχία της αν το ζητήσει. Με καθησύχασε με μια χειρονομία.

-Και τα βίντεο;

-Εγώ τα έβγαλα όλα. Σου είπα πριν πως οι πουτάνες δεν σκέφτονται το μέλλον. Εγώ με τα μυαλά που κουβαλάω δεν σκέφτηκα ούτε το παρόν. Ήθελε να γίνει μητροπολίτης το ψώνιο και θα με παρατούσε, λες και εγώ του ρίχτηκα πρώτη. Κι αφού αυτός με ζούσε, τι θα γινόμουν εγώ; Βρέθηκε τότε και με ασήμωσε ένα περιοδικό, ούτε θυμάμαι ποιο, για να δώσω υλικό που είχα μαζί του και με τα χρήματα αυτά γύρισα πίσω, να μην θυμίζει τίποτα την περιπέτεια μου εκεί κάτω. Η τσέπη όμως άδειασε από τη μια μέρα στην άλλη. Και τώρα, λέω, τι; Ζητιάνα δεν τολμούσα να γίνω και στα στούντιο θα έπεφτε δούλεμα οπότε γύρναγα σαν άδικη κατάρα σε γνωστούς μέχρι να βρεθεί ένας να μου δώσει ένα χέρι.

-Ένα καθίκι.

-Ναι, ξέρω ‘γω; Ένα καθίκι. Καλύτερο από το τίποτα.

    Δεν βρίσκω κάτι άλλο να της πω. Η περιέργεια μου έσβησε, τύψεις τόσες πολλές δεν είχα πια και οίκτο δεν τολμούσα να νιώσω απέναντι της. Μόνο “καλή τύχη” και “κουράγιο” μπορώ να της πω φεύγοντας, ξέροντας πόσο λίγη αξία φέρνουν και τα δύο. Στο φορτηγό δεν ήθελε να έρθει, γιατί δεν είχε πουθενά αλλού να πάει. Της λέω ότι οπουδήποτε θα ήταν καλύτερα από αυτή τη μιζέρια και τη κακομεταχείριση. Μου λέει ποιος ξέρει, μπορεί να βρεθεί κανείς. Μπορεί να έρθει κάποιος και να την βοηθήσει πραγματικά. Να της δώσει να ζήσει ή να την πάρει και ν-...

-Αφροδίτη! Για έβγα έξω! Τώρα!

    Οι φωνές έξω άνοιξαν διάπλατα τα μάτια της Αφροδίτης, κοιτώντας μια εμένα και μια την πόρτα. Τέτοιο πανικό στο πρόσωπο της δεν πίστευα ότι θα έβλεπα.

-Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό, στο είπα.

-Αυτός είναι;

    Ούτε που χρειαζόμουν απάντηση. Το κάτω χείλος της που τρεμοπαίζει λες και πάει να πέσει απ’ το σαγόνι δίνει όλες τις πληροφορίες που χρειάζομαι. Τραβάει το χέρι μου από την πόρτα μπας και με σταματήσει. Άδικα χαλάει δύναμη, το έχω αποφασίσει. Της χαμογελάω για να την καθησυχάσω και πηδάω έξω με τον ήλιο να κρέμεται από πάνω μου. Στα δέκα μέτρα αριστερά το πράσινο σιτροέν ανοιχτό και λίγο πιο κοντά αυτό το αρχίδι ο βαψομαλλιάς με μια κυνηγετική να κάθεται στα χέρια του. Το φορτηγό ευθεία μπροστά, σαράντα βήματα περίπου. Ένα σπριντ είναι, τον έχω στην χειρότερη, σιγά. Έτσι και αλλιώς με αυτά σταφιδιασμένα χέρια που να βρει για να γεμίσει και να ρίξει; Να, κάτω του πέσανε τα φυσίγγια του μαλάκα, δεν το έλεγα; Δέκα βήματα ακόμα και τα λέμε Ρουμανία, χαιρετίσματα. Μόνο κρίμα που δεν πρόλαβα να χαιρετίσω και εκείνη όπως πρέπει. “Καλή τύχη!” της κάνω εν κινήσει μα δεν βγαίνει η φωνή μου. Που να ακουστεί κιόλας τώρα θα μου πεις με αυτά τα μπαμ μπουμ μπαμ μπουμ μπαμ…

Μονάχα εκείνη πια ακούγεται στο βάθος να πατάει μια κραυγή.

-Όχι μη!


Τράγκα γαμιέσαι.