Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βίντεο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βίντεο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.4.23

ΓΛΥΚΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ



Ο ΓΛΥΚΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ άρχισε με τα χειρότερα ένστικτα στην επιφάνεια μες στις χειρότερες συνθήκες. Δεν πασχίζει να δικαιολογήσει την ύπαρξη του, ούτε είναι αποτέλεσμα χομπίστικης καλλιτεχνικής αυτοϊκανοποίησης. Έχει σάρκα και οστά και περπατά στην πόλη κάνοντας κύκλους μες στη νύχτα.

Δεν κλειδώνεται τα βράδια σε μουσείο, δεν σκονίζεται στο ράφι της βιβλιοθήκης. Δεν είναι εμπόρευμα, είναι ένα φυσικό χειροπιαστό αντίγραφο μιας συναισθηματικής αφαίρεσης που υπάρχει μέσα μας κι ας τη σπρώχνουμε στην άκρη κάθε βράδυ σκρολάροντας μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.

Και η τέχνη, ως η πιο στριφνή μα άμεση συνάμα μορφή ασύγχρονης επικοινωνίας, είναι το εργαλείο που επιλέχθηκε εδώ για να κλείσει αυτή η ψαλίδα ανάμεσα σε εμάς και την πραγματικότητα.

Διότι η τέχνη φωλιάζει μες στα ακουστικά που βαράνε μουσική το πρωί στο λεωφορείο, στις σημειώσεις του κινητού με τις ατελείωτες παραγράφους, στα σκιτσάκια πάνω στα περιθώρια ενός χαρτιού. Η τέχνη υπάρχει για ν' αναβλύζει από τα κορμιά και να αναμιγνύεται με την πραγματικότητα.

Αυτή η συλλογή είναι αφιερωμένη στους ανθρώπους που με τσακισμένο το σώμα και τη σκέψη παλεύουν, ψάχνουν, φτιάχνουν, και ξεκλέβουν πίσω την χαρά και την δημιουργικότητα που τους ξηλώνει μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει αυτός ο αδιάκοπος βρόχος. Σας αγαπάω με τον χειρότερο τρόπο.

Α επίσης είναι δωρεάν. Δηλαδή διανέμεται ελεύθερα. Τζαμπέ πως το λένε. Και μάλιστα ο ΓΛΥΚΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ έρχεται κοντά σας με 4 έξτρα  κομμάτια αποκλειστικά στη φυσική έκδοση. Παράδοση χέρι με χέρι, ή μέσω ταχυδρομείου (και στα εξωτερικά ακόμα, χιτ μι απ φαμ), ή όπως αλλιώς βολεύει.

<3

 

https://sweettyrant.online




27.2.21

future ready


(ορίτζιναλ σάουντρακ κι ετς, πάτα με για να ακουστώ)


    Είχε κλείσει τρίμηνο από την απόλυση μου. Δεν το είπα παραέξω, μα δεν ήθελε και πολύ σκέψη να καταλάβει κανείς γιατί η κοντή με τις κοτσίδες και τα μούτρα στο πάτωμα δεν είναι πλέον στο ταμείο να βγάζει λάθος ρέστα στις γριές ακόμα και για ένα χιλιάρικο. Με είχε διαλύσει τότε που απέτυχα να στεριώσω μέχρι και στα Ντία, που το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ξέρεις να μετράς, να φοράς ένα καρτελάκι “Όλγα” σαν παράσημο πολέμου, και να κάνεις τον μαλάκα. Ίσως για αυτό να κατέληξα τέτοια μέρα να μπω σαν την κλέφτρα εκεί, από γινάτι. Ήταν η τελευταία αίσθηση κανονικότητας που πρόλαβα να έχω με το χάος που έπαιρνε σάρκα και οστά έξω απ’ το παράθυρο.

    Με το ζόρι σηκωνόμουν πριν τις τέσσερις. Και που σηκωνόμουν δηλαδή, τι έκανα; Έσερνα το κορμί μου στο σαλόνι για να δω τελεμάρκετινγκ και διαφημίσεις μέχρι να ξημερώσει και να ξεχάσω επιτέλους ποια είμαι. Γιατί τι σχέδια είχα να κάνω τότε; Τα τελευταία δύο χρόνια πηδούσα από δουλειά σε δουλειά, που είτε με έδιωχναν είτε τα παρατούσα. Ο ΟΑΕΔ και δύο φράγκα στην άκρη με ζούσαν, και είχα αρχίσει να αποδέχομαι ότι μάλλον έτσι θα πάει η ζωή μου. Τι άλλο είχα δηλαδή για να βασιστώ; Σπουδές; Σιγά, ξύπνησε ο κόσμος με μία φιλόλογο λιγότερη. Παρέες; Γελάμε. Οικογένεια; Μια μάνα που μου μαύριζε την ψυχή στα τηλέφωνα επειδή δεν σηκωνόμουν να πάω να την δω. Και να την έβλεπα δηλαδή, τι να της έλεγα; Ότι καταρρέω; “Άστο καλύτερα” έλεγα και το άφηνα συνέχεια για αργότερα. Για αυτό εκείνη την ημέρα που έβλεπα το “Μαμά” στην οθόνη του βυσσινί έρικσον που είχα τότε δεν το σήκωνα. Δεν χρειαζόταν κιόλας, τα είχα μάθει πια απ’ έξω.

“Την είδες, ρε Όλγα, την τάδε που πηγαίνατε μαζί σχολείο;“.

Όχι, μαμά, δεν την είδα την τάδε. Πάνε δέκα χρόνια που τελείωσα το σχολείο.

“Κάνει, λέει, μεταπτυχιακό σε αυτό που ήθελες μικρή, βολεύτηκε, άνοιξε σπίτι”.

Μωρέ μπράβο η τάδε, και;

“Ενώ εσύ;”.

Εγώ δεν ξέρω τι στο διάολο κάνω, μαμά.

“Και το μέλλον σου δεν το σκέφτεσαι;”.

    Και τι μέλλον που ήταν αυτό που με περίμενε εν τέλει, ε; Και γαμώ. Ήταν τόσο καλό αυτό το μέλλον που οι μισοί που γνώριζα δεν πρόλαβαν να το ζήσουν.

    Έξω τα πράγματα ήταν λίγο πιο ήπια από το απίστευτο υπαρξιακό έρεβος που περιέγραφε ο κουτέλας ο Ευαγγελάτος, όμως είχα αγριευτεί από εκείνη την απόκοσμη ησυχία που απλωνόταν μέσα στο ψύχος που τρυπούσε το μωβ μπουφάν μου. Μπορούσα να ακούσω μια τηλεόραση να ουρλιάζει δύο τετράγωνα μακριά και το βουητό των γραμμών του ΟΤΕ να κάνει ηχώ σε όλο το λεκανοπέδιο, αλλά καμία φωνή ανθρώπου. Μόνο κάτι μουρμουρητά έπιανα που και που και πεταγόμουν από τον φόβο μου στρίβοντας στις γωνίες. Κλασική Αθήνα, δηλαδή, απλά με λίγο παραπάνω χιονόνερο και φόβο μη σε κλέψουν. Ένιωθα απ’ την κοινωνική μου ατροφία λες και με κυνηγούσαν όσο έβλεπα το τοπίο γύρω μου να απογυμνώνεται από οτιδήποτε θύμιζε μια κανονική μέρα. Δηλαδή πλιάτσικο σε περίπτερο, και κρεοπωλείο πρώτη φορά έβλεπα. Τρεις με πέντε άνθρωποι καμπουριασμένοι, με κουκούλες και κασκόλ στα πρόσωπα τους, κουβαλούσαν τεράστιες χοντρές τηλεοράσεις με τα βίντεο συνδεδεμένα πάνω ή δεκαπέντε σακούλες πατατάκια με το μάτι να γυαλίζει. Θυμάμαι εκείνη τη στιγμή στο μυαλό μου ήρθε η λέξη “αποκτήνωση”. Ίσως επειδή ζούσα τόσο καιρό στον κόσμο μου ή ίσως επειδή ο αρκουδιάρης ο Ευαγγελάτος έλεγε μια φορά την αλήθεια.

    Τρύπωσα από το πλάι που ήταν η είσοδος του προσωπικού, επειδή όλη η τζαμαρία στην πρόσοψη του σούπερ μάρκετ είχε γίνει κομματάκια και δεν γούσταρα να κόψω κάνα χέρι. Μέσα όλα ήταν κώλος και οι διάδρομοι έστεκαν γυμνοί σαν δύστυχα μεταλλικά φαράγγια. Λογικά πλάκωσαν τις προηγούμενες εβδομάδες να προλάβουν όλοι το χαρτί υγείας και τις κονσέρβες που απέμειναν. Από τα ξινισμένα γάλατα στο βάθος ως τον ασταμάτητο στατικό θόρυβο των ψυγείων, όλα έδιναν την ξεχωριστή τους πινελιά για να νιώσω σαν να δούλευα ξανά σε αυτή την τρύπα. Δεν μπήκα στον κόπο να ψάξω για προμήθειες. Βόλταρα σαν να έβγαινα για ψώνια με τη μάνα μου, ψάχνοντας τα δώρα μέσα στα κορν φλέικς με γεύση διαβήτη που κανένας δεν προτίμησε να κλέψει. Βρήκα και πολλές συσκευασίες με το σοκολατούχο γάλα του Ντία (ναι, αυτό με το σκούρο βιομηχανικό απόβλητο που έμενε στον πάτο) που κατά πάσα πιθανότητα είχε λήξει. Κυρία όμως, έτσι; Το πήγα και στο ταμείο, μη με πουν και κλέφτρα. Πέρασα από την άλλη μεριά, το σκάναρα, και μου έβγαλε τιμή κάτι παρακάτω από τριακόσια εβδομήντα πέντε εκατομμύρια δραχμές. “Πάλι καλά που δεν χρειάστηκε να βγάλω ρέστα τώρα” σκέφτηκα. Τέτοια ανακούφιση εκεί μέσα δεν είχα ξανανιώσει. Καθόμουν στην ίδια θέση που σάπιζα πριν πάρει την κάτω βόλτα ο κόσμος και περίμενα να βγει από κάπου μια ουρά από γριές που θα μου έπρηζαν τα συκώτια γιατί έρχονταν με τα δεκαχίλιαρα της σύνταξης. Σχεδόν μου έλειπαν τώρα όλα αυτά. Πως γύρισαν έτσι τούμπα όλα;

    Το μιλένιουμ είχε ξεκινήσει όπως κάθε χρονιά, προς μεγάλη απογοήτευση και κρυφή λαχτάρα μερικών. Ό,τι τσιρίδα υπήρχε για την αποκάλυψη, τον ερχομό του σατανά, των εξωγήινων, και την επανάσταση των μηχανών έσβηνε μίζερα όσο περνούσαν οι μέρες και η απόλυτη καταστροφή δεν έλεγε να φανεί. Ακόμα τουλάχιστον. Γιατί τα πρώτα αεροπλάνα που έπεσαν εν πτήσει σε Νότιο Αφρική και Ινδονησία εμφανίστηκαν τέλη Γενάρη, όμως “ντάξει” είπαμε, “τεχνικά προβλήματα”. Και όταν έφευγαν οι πύραυλοι κατά λάθος πάνω σε ιρακινές πόλεις, “ε τι να κάνεις” έλεγες, “τεχνικό πρόβλημα πάλι”. Μόνο όταν έγινε το μπραφ με τις καταθέσεις έτρεχαν όλοι σαν ακέφαλα κοτόπουλα. Θα με πουν και κυνική τα πιτσιρίκια που δεν τα πρόλαβαν αυτά, μα σαν το ζούσες ήταν ξεκάθαρο πως ο κόσμος είχε κρεμάσει από ένα ψηφίο ενός υπολογιστή όλα τα όνειρα και τις ελπίδες του για το αύριο. Ένα αύριο που δεν έλεγε και πολλά πλέον μπροστά σε εκατομμύρια ταυτόχρονες προσωπικές χρεωκοπίες. Μετά έσκασαν και οι αντιδραστήρες στην Ιταλία από μία αστοχία του συστήματος και το αύριο ψόφησε επισήμως. Ένα αύριο που μας έλεγαν πως θα ‘φερνε τα πάντα, από το φάρμακο του καρκίνου μέχρι ολόκληρη τη μουσική της Μπρίτνει σε ένα τόσο δα δισκάκι. Από τα ιπτάμενα αμάξια ως το υπόγειο μετρό της Αθήνας. Από τις τεράστιες οθόνες τηλεόρασης στο σπίτι μέχρι την γιγάντια ψηφιακή λεωφόρο της πληροφορίας ονόματι ΙΝΤΕΡΝΕΤ. Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν κουλά, όμως το σάστισμα τότε στα πρόσωπα των ανθρώπων από την προδοσία του ονείρου δεν έλεγε να σβήσει. Μέχρι τα μέσα Φλεβάρη βαρούσαν τα κανόνια της τρέλας αδιάκοπα. Όσοι προνόησαν έγιναν μπουχός υπό τον φόβο του νέου Τσέρνομπιλ για να μείνουν οι υπόλοιποι να ξεσκιστούν με τις σάρκες τους. Μαγαζιά, υπηρεσίες, γραφεία, όλα έπαψαν να έχουν ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης μπροστά στην επικείμενη καταστροφή. Το μόνο που έβλεπες πια στη γύρα ήταν λουκέτα, κορμιά ξεφουσκωμένα από τις βουτιές πολυόροφων κτιρίων, και μερικές σκιές ανθρώπων που απέμειναν να περιφέρονται σαν αγρίμια παριστάνοντας πως ζουν. Ίσως για αυτό έπαιζε συνέχεια διαφημίσεις και άσχετες μαλακίες η τηλεόραση εκείνες τις ημέρες, ήταν το τελευταίο χρήσιμο πράγμα που μπορούσαν δείξουν σε ανθρώπους που ετοιμάζονταν για το γκραν φινάλε.

    Όμως το γκραν φινάλε δεν ήταν τόσο απτό για εμένα. Όλοι είχαν προαποφασίσει ότι αυτό ήταν το τέλος, αλλά αυτός ο πανικός μού φαινόταν περισσότερο σαν μια ελαφρά λιγότερο ρηχή εκδοχή της αυτοσυντήρησης που προϋπήρχε. Δεν με έπειθαν οι άνθρωποι που ούρλιαζαν ότι διαλύθηκε ο κόσμος απλά και μόνο επειδή είχε καταστραφεί ο κόσμος τους. Γιατί όπως η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μία μέρα, έτσι και οι ψευδαισθήσεις τους δεν γκρεμίστηκαν εν μία νυκτί. Θέλω να πω, εκείνη την περίοδο στα Ντία είχαν κρεμάσει προωθητικά πανό με το νέο σλόγκαν που έτρεχε παντού τον τελευταίο καιρό πριν τα πράγματα αλλάξουν. Έγραφαν τη φράση “ΕΤΟΙΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ” με μεγάλα λευκά γράμματα που απλωνόταν έτσι θορυβώδη και γελοία χωρίς κάποιο ιδιαίτερο νόημα όσο τα πάντα διαλύονταν. Σε ποιο μέλλον ακριβώς αναφερόταν; Το μέλλον γενικότερα, σαν έννοια του χωροχρόνου; Δεν θα το είχαν φιλοσοφήσει τόσο. Μήπως το μέλλον της ανθρωπότητας από εδώ και πέρα; Δεν θα χολόσκαγα για αυτό, με τόσους φραγκάτους και βυσματίες που μας είχαν ήδη κουνήσει το μαντήλι από κάθε είδους καταφύγιο ήμασταν ασφαλείς από την εξαφάνιση του είδους, οπότε σε δέκα χρονάκια όλα θα ήταν όπως πριν με την Ρούλα Κορομηλά πρωθυπουργό. Κατά πάσα πιθανότητα το σλόγκαν εννοούσε εκείνο το μέλλον με τα ιπτάμενα αμάξια και το ίντερνετ. Το μέλλον που μόνο ένας βλάκας θα πίστευε ότι θα προλάβαινε να το ζήσει (και ναι, οι άνθρωποι το πίστευαν αυτό). Το μέλλον που όπως μας το υποσχέθηκαν έτσι το πήραν και πίσω.



    Μείναμε εν ολίγοις σαν τα καβούρια στον κουβά, να τραβάμε ο ένας τον άλλο όλο και πιο κάτω. Δεν ήταν ζωή, ούτε επιβίωση το έλεγες όμως- λειτουργούσαμε περισσότερο σαν βιορομπότ με κατάθλιψη. Μα εμένα προσωπικά δεν μου καθόταν και τόσο άσχημα αυτό εκείνη τη στιγμή. “Δες εμένα”, έλεγα, “εικοσιεννιά έφτασα και δεν κατάφερα τίποτα για να το περηφανεύομαι, πίνω ληγμένο μούφα μίλκο και κρυφοχαίρομαι που ο κόσμος τελειώνει γιατί κάθε μέρα μού ήταν ούτως ή άλλως αφόρητη, πόσο καλό να ήταν τελικά το μέλλον για κάποια σαν εμένα;”. Σήμερα βγάζει μάτι η άρνηση κάθε μορφής πραγματικότητας σε αυτό τον συλλογισμό, μα εκείνη τη στιγμή είχα καταλήξει στην λύτρωση. Με καθησύχαζε πλέον η σκέψη του τέλους, επειδή θα έμπαινε επιτέλους κάποιο φράγμα στον ατέρμονα βρόχο που έτρεχε αμείλικτο εις βάρος μου. “Επιτέλους”, έκανα στον εαυτό μου, “να ησυχάσουμε μια κι έξω”. Έκανα γύρους στην καρέκλα του ταμείου σαν να ήμουν στο λούνα παρκ και κατέβαζα τα πλαστικά μπουκάλια ξεροσφύρι, πείθοντας με όλο και περισσότερο πως άπαξ και πάνε όλα στο διάολο, το μαρτύριο μου τελείωσε.

    Η δόνηση του έρικσον μέσα από το μπουφάν έκοψε το ανέμελο στριφογύρισμα γύρω από τις αποψάρες μου. Πάλι αναβόσβηνε το “Μαμά” στην οθόνη, αλλά στο σημείο που είχα φτάσει πνευματικά δεν είχα καμία όρεξη να κάνω εκπτώσεις ή να δίνω εξηγήσεις. Αλλά συνέχιζε από μόνος του να τρέχει ο διάλογος σαν σενάριο μέσα στο κεφάλι μου.

    “Δεν σε καταλαβαίνω. Συνεχίζεις να κάνεις την αναίσθητη; Ακόμα και τώρα; Ποιον προσπαθείς να πείσεις πια, ρε Όλγα; Εμένα; Αφού ξέρω ότι έχεις αγριέψει”.

Ναι, η αλήθεια είναι ότι αγριεύω με τέτοιες μπαρούφες.

”Άκρη δεν βγάζει άνθρωπος μαζί σου. Αρνείσαι κάτι που βλέπουμε ξεκάθαρα και οι δύο”.

    Το ίδιο λέμε, κοίτα να δεις που τελικά μοιάζουμε εμείς οι δύο, ε; Αλλά να μου πεις, άμα δεν έμοιαζα σε εσένα, σε ποιον;

“Με αδικείς τόσο πολύ με τα συμπεράσματα που βγάζεις μόνο και μόνο από τον θυμό σου”.

Ε και; Πειράχτηκες;

”Γιατί κουβαλάς θυμό για εμένα, Όλγα; Μπορείς να μου πεις; Φωναχτά, να σε ακούσω.”.

Δεν έχω ώρα για τέτοια, μάνα, έχω να απολαύσω τις μέρες που μου μένουν όπως πρέπει.

“Πόσο πιστεύεις ότι θα τραβήξει αυτό; Πότε θα αρχίσεις να κοιτάς πάλι το μέλλον σου, Όλγα;”.

Ποιο μέλλον μωρέ τώρα, δουλευόμαστε;

-Γιατί μιλάς μόνη σου, κυρία;

    Γλίστρησα σχεδόν απ’ την καρέκλα. Τέτοια τρομάρα δεν την είχα ξανανιώσει. Κρατήθηκα από τον πάγκο να σηκωθώ αργά αργά με την καρδιά μου στο στομάχι για να αντικρύσω ένα τόσο δα κοριτσάκι με κοτσίδες να στέκεται πιο πέρα μισοφοβισμένο. Δεν ήταν πάνω από εννέα χρονών αν κρίνω από το σουλούπι και το παιδιάστικο φουστανάκι που φορούσε κάτω από αυτό το φουσκωτό μωβ μπουφάν του.

-Γιατί είσαι εδώ; Που είναι οι δικοί σου;

-Εδώ είναι, έλα! Αλλά μου είπε η μαμά μου να μη μιλάω με αγνώστους!

    Αυτό δεν μου έβγαζε κανένα νόημα, φυσικά. Όπως δεν έβγαζε νόημα να βρίσκεται ένα παιδί μόνο του σε ένα ρημαγμένο Ντία με τον ήλιο έξω να έχει πέσει. Ρώτησα το όνομα του κοριτσιού, τίποτα. Ξαναρώτησα, μου έκρυβε το απορημένο του μουτράκι πίσω από τα κοτσιδάκια του προσπαθώντας να μιμηθεί την στάση μου περιπαικτικά με τα χέρια στη μέση.

-Εγώ είμαι η Όλγα, δουλεύω εδώ. Εσύ;

    Έκανε ότι πάει κάτι να αρθρώσει και γύρισε με μιας τρέχοντας προς το βάθος. Σάστισα σκεπτόμενη πως θα φαινόμουν σε κάποιον που θα δει μια μαντράχαλη να κυνηγά ένα πιτσιρίκι εδώ μέσα. Θύμησα μετά στον εαυτό, βέβαια, ότι μάλλον κανείς δεν θα μείνει για να ζήσει το τέλος του μήνα οπότε δεν θα μου ‘μενε για πολύ η ρετσινιά της τρελής. Έτρεχα με τα φώτα στο ταβάνι να παίζουν χασαποσέρβικο και με κάθε βήμα κατάπινα τον εμετό μου. Η μικρή τελικά με λυπήθηκε και πάτησε φρένο περιμένοντας με στο τέλος του πιο δεξιού διαδρόμου, αφήνοντας επίτηδες ένα μανίκι να εξέχει. Πλησίασα με ένα πέτρινο χαμόγελο να κοιτάξω φευγαλέα την περίεργη χαριτωμενιά που είχαν οι καστανόξανθες τούφες της- αυτές που δεν κάθονταν με τίποτα να τις πιάσεις σε κοτσίδες ούτε σε εμένα. Παρά την αμηχανία μου το κορίτσι στεκόταν ατάραχο και ανέκφραστο σαν να το είχα βάλει τιμωρία. Ρώτησα πάλι το όνομα του. Ξεγλιστρά και αρχίζει άλλο ένα κατοστάρι τσιρίζοντας μου κάτι κάνοντας ζιγκ ζαγκ στους διαδρόμους.

-Μάλλον πρέπει να το σηκώσεις!

    Το έρικσον μού έριχνε σουβλιές στο μπούτι. Πάλι ήταν το “Μαμά” μα δεν μου περίσσευε χρόνος για το “Μαμά” εκείνη τη στιγμή. Είχα να μαζεψω τα πνευμόνια μου από τα πατώματα γιατί αυτό το διαβολάκι κάλπαζε σαν τον Κεντέρη. Την πρόφτασα τελικά την μικρή στον διάδρομο με τα προϊόντα της ημέρας και την γράπωσα σφιχτά από τους ώμους. Το διαβολάκι τσίριζε και χτυπούσε τα πόδια κάτω από τον πόνο. Τα χέρια μου είχαν ξεσυνηθίσει τόσο καιρό τους άλλους ανθρώπους.

-Έι, κυρία, μου θύμωσες; Αφού παίζαμε.

-Δεν είμαι για να παίζω τώρα, πήγαινε σε παρακαλώ στη μαμά σου.

-Μα σου είπα. Εδώ είναι η μαμά μου.

-Που “εδώ”;

    Με ένα δαχτυλάκι να εξέχει από το μανίκι μού έδειχνε το απέναντι μεσαίο ράφι στο τέλος του διαδρόμου. Μου έκανε νόημα μη βγάλω άχνα και την ακολούθησα στις μύτες. Όταν πλησιάσαμε και μάθανε τα μάτια μου στο σκοτάδι είδα πάνω στο άδειο ράφι χωμένη μια γυναίκα. Τα είχε πατημένα τα εξήντα και φορούσε μια χιλιοτρυπημένη μαύρη νυχτικιά. Από τα κοντά καστανόξανθα μαλλιά της ως τα νύχια της, παντού είχαν κολλήσει νιφάδες πάγου σαν να την είχαν βρει μέσα στο χιόνι. Το πρόσωπο της με τα μάτια κλειστά κουβαλούσε ένα βάσανο που πήγαζε από το ταλαιπωρημένο της μεσόφρυδο. Με έπιασε μια μαλακία να ακολουθήσω με τα δάχτυλα τα ρυάκια πάγου που είχαν γεμίσει τις χαρακιές στο δέρμα της, μα το κορμί της ήταν τόσο σκληρό στο άγγιγμα που πετάχτηκα αμέσως πίσω. Περισσότερο έμοιαζε με κούκλα από πορσελάνη παρά με άνθρωπο πλέον.

-Κυρία Όλγα; Είσαι καλά;

    Ό,τι γάλα κατέβασα, το ξέρασα. Έπνιξαν το κορμί μου οι ανατριχίλες και έτρεμαν τα δόντια μου αφήνοντας κοφτά χνώτα μπροστά από το φως των ψυγείων. Είχα δεν είχα την τρόμαξα την μικρή για τα καλά και τραβήχτηκε πέντε βήματα πίσω όσο εγώ τρελαινόμουν και προσπαθούσα να ξεθολώσω τα μάτια μου από το ρίγος.

-Γιατί είναι εδώ;

-Κανένας δεν την ήθελε. Κανένας δεν την πήρε.

    Δεν έδωσα σημασία. Έκανα κίνηση να βγάλω το κινητό για να πάρω το εκατό, μα το χαώδες βουητό της ΟΤΕ έκανε αντίλαλο στον διάδρομο πριν ακόμα το ακουμπήσω το ακουστικό στο αφτί.

-Ποιος την έβαλε εδώ;

    Με κοίταζε. Ξαναρώτησα. Μισάνοιξε το κάτω χείλος. Την έπιασα πάλι από τους ώμους και έβγαλε μια πνιχτή κραυγή απ’ την αγαρμποσύνη μου. Άρχισε να μυξοκλαίει και να λύνεται στα χέρια μου. Εκεί κάπου έσπασα με την σειρά μου και απομακρύνθηκα σαν δαρμένη γιατί έτσι όπως είχα γίνει η μικρή πήγαινε να μου μείνει στα χέρια. Κάθισα στο πάτωμα κοιτώντας την από μακριά να σκουπίζει τα δάκρυα της, να φτιάχνει τις κοτσίδες της, και να ισιώνει από το τρακ της το φορεματάκι μέσα από το μπουφάν. Που και που μέσα στις παύσεις μού πετούσε αποσπάσματα από κουβέντες που μου φαίνονταν γνώριμες, αλλά χωρίς ειρμό, περιμένοντας να θυμηθώ τις απαντήσεις που είχα δώσει σε κάθε μία από τις συζητήσεις. Το ένιωθα ότι θα έσκαγαν τα μέσα μου ανά πάσα στιγμή. Τα μυαλά μου ήταν στα κόκκινα. Είχα καταλάβει, μα δεν ήθελα να το δεχτώ.

    “Μα πως;” έλεγα ξανά και ξανά. Δεν γινόταν να τα ζω αυτά. Σκεφτόμουν ότι μάλλον αυτό ήταν, τελικά είχαμε περάσει επίσημα στο αύριο. Ίσως αυτό να ήταν το τέρμα του κόσμου και του χρόνου που είχα στη διάθεση μου. Απλά αντί για σύννεφα ή καζάνια με φλόγες ήμουνα μέσα σε ένα Ντία με ένα κοριτσάκι και μια νεκρή. Ταιριαστό; Δεν θα το έλεγα. Συμβολικό ίσως, και διόλου διακριτικό. Για αυτό και είχε μπουκώσει το κεφάλι μου απ’ τα νεύρα. Δεν μπορούσα να χωνέψω τι ένιωθα και τι έβλεπα. Και όλο αυτό δηλαδή τι σκοπό είχε; Να με κάνει να νιώσω τύψεις; Να με βοηθήσει; Μα πως; Τόσα ερωτηματικά κρέμονταν πάνω από το κεφάλι μου και η αβεβαιότητα με είχε λιώσει. Πάλι καλά που βρήκε θάρρος να με ξεκολλήσει η μικρή από το πάτωμα.

-Μα πως δεν την αναγνώρισες ακόμα;

-Μια χαρά την αναγνώρισα.

-Είσαι σίγουρη, κυρία Όλγα;

-Εσύ τι λες;

-Ό,τι μου λες και εσύ.

-Πρέπει να βγούμε από εδώ, μικρή. Δεν γίνεται να την βγάλουμε έτσι. Ακόμα και τώρα, που όλα πάνε κατά διαόλου.

-Με θες αλήθεια να έρθω μαζί σου;

-Δεν ξέρω. Ίσως θέλω, ίσως πρέπει.

    Το έρικσον άρχισε πάλι να ουρλιάζει παραπέρα. Μισοφώτιζε πάλι το “Μαμά” με μικρές νιφάδες να γεμίζουν τα σπασίματα επάνω του. Το κοριτσάκι έσκυψε και μού το έβαλε στην παλάμη ανέκφραστο. Το απάντησα. Περίμενα για μία αιωνιότητα που χωρούσε σε μια στιγμή. “Ναι; Μάνα;”. Εν τέλει τσίριξε ο ίδιος μπερδεμένος στατικός θόρυβος, και εγώ περίμενα μέσα από τους βόμβους τον τσιγαρόβηχα της πριν αρχίσει την κλάψα της που την ξέχασα. Να της πω επιτέλους ότι ήμουν εδώ, ήμουν καλά, και ότι ίσως να μην τελειώνει ο κόσμος τελικά. Ίσως, κάπου, κάπως, να μπορέσει να χωρέσει και λίγο μέλλον.

-Δηλαδή είμαστε έτοιμες πια, κυρία Όλγα;

-Έτοιμες για ποιο πράγμα;

Μου έδειχνε με το δάχτυλο ένα διαφημιστικό που κρεμόταν από το ταβάνι.

-Έτοιμες για το μέλλον.

    Δεν την πρόλαβα προφανώς την φωνή της μάνας στην άλλη άκρη της γραμμής. Κατέβασα το ακουστικό και πέταξα το κινητό αδύναμα πάνω στο ράφι με την γυναίκα για να βγάλει εκεί πάνω τον επιθανάτιο ρόγχο του. Αυτό, ναι, μου φάνηκε κομματάκι ταιριαστό.

-Μπα, δεν είμαστε. Αλλά μάλλον δεν πειράζει.

-Μα. Φοβάμαι.

-Και εγώ φοβάμαι εδώ μέσα.

-Και πότε θα γυρίσουμε πίσω; Τότε που ήταν όλα κανονικά;

-Ίσως να μην υπάρχει πλέον το “κανονικά”. Θα δούμε. Προς το παρόν, σήκω.

-Εσύ ξέρεις καλύτερα, κυρία.

-Κεριά.

    Μια στερνή ματιά έριξε η μικρή στο ράφι με το έρικσον και βγήκαμε από το πλάι με τη παλάμη της χωμένη και χαμένη κάπου μέσα στη δική μου. Το ρολόι έδειχνε περασμένες εννιά και ο ουρανός είχε μελανιάσει απ’ τα σύννεφα που κοσκίνιζαν με χιόνι την πλάση. Έβαλα τα χέρι μου με το δικό της στη τσέπη του άθλιου μωβ μπουφάν και σηκώσαμε τις κουκούλες μας μπας και γλιτώσουμε το κρύο στον δρόμο για το σπίτι. Δεν θυμάμαι πόση ώρα περπατούσαμε καμπουριασμένα κάπου ανάμεσα στο λευκό και το γκρίζο. Μόνο ότι είχαμε πάρει τον πιο μακρύ δρόμο της επιστροφής. Έτσι, σαν τιμωρία περίπου.

    Ήταν το πιο πικρό μου βάσανο η σκέψη ότι δεν θα ακούσω ποτέ ξανά την αλμύρα στην φωνή της μάνας μου. Δεν σκέφτηκα ποτέ τέτοιο ενδεχόμενο. Πάντα είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι θα βρει τρόπο να αψηφήσει οποιονδήποτε κανόνα, μόνο και μόνο για να μπορέσει να με έχει έγνοια. Επιστημονική φαντασία όλα αυτά, εν τέλει. Φαίνεται κρατιόμουν και εγώ τόσο καιρό από τις ψευδαισθήσεις μου για να με τσούζει μέχρι και τώρα. Κι αν τελικά πέθανε, θα έφυγε με αυτή την έγνοια στα στερνά της, το πιστεύω. “Κοίτα με τώρα”, με πιάνω να λέω που και που, “την απέφευγα μέχρι να την κλάψω”. Ως τότε το μόνο που επεξεργαζόμουν μέσα μου ήταν το τι θα έλεγα όταν θα με ρωτούσαν για εκείνη, για να απαντώ ξερά ότι “χαθήκαμε”. Ποια χάθηκε πρώτη τώρα, σιγά, λεπτομέρειες, θα έλεγα. Ακόμα βέβαια ότι “χαθήκαμε” απαντώ όταν προκύψει πάνω στην κουβέντα σήμερα. Δεν μπορώ να μιλήσω, βουλιάζω από τις τύψεις. Δεν βγαίνουν οι σωστές οι λέξεις πλέον ούτε με το ζόρι.

    Φυσικά και γύρεψα να την βρω. Αλίμονο, με τα χρόνια που έρχονταν καταπάνω μου, έπρεπε να απασχολήσω με κάτι το κεφάλι μου για να μην τρελαθώ. Αλλά ήξερα πως δεν το είχα μέσα μου το θάρρος για να ξύσω παλιές πληγές και ήλπιζα κρυφά να μην την βρω ποτέ. Ίσως γιατί δεν έσβησε μέχρι και σήμερα από μέσα μου το παράπονο που το τέλος του κόσμου δεν ήρθε τελικά. Ίσως γιατί το χειρότερο που θα μπορούσε να γίνει εν τέλει για εμένα και εκείνη ήταν η αναβολή της αποκάλυψης. Και αυτό το νιώθω να μου πέφτει βαρύ πάνω στους ώμους μέχρι και σήμερα. Να δικαιολογήσω για τι άξιζε τελικά να μείνω πίσω, είτε σαν τιμωρία, είτε σαν τύχη, προσπαθώντας να με πείσω ότι κάτι θα έχει μείνει για να κάνω με το μέλλον που περίσσεψε.




A bitter homage to the future that would never come.

4.4.20

Αισθητήρες


Λοιπόν εεε... "κόμμονάλεξ_", "Κόμμον Άλεξ", "κΟμΜοΝ άΛεΞ"..;
 Το ίδιο είναι, όπως βολεύεσαι, δεν μου πέφτει λόγος. Το κόμμονάλεξ_ εδώ χρησιμεύει ως γιούζερνεϊμ και ψευδώνυμο μαζί, μιας και τα βαφτιστικά μοιάζουν ξεπερασμένα για τον σκοπό τους. Ένα όνομα που σου δόθηκε μια μέρα στο έτσι χωρίς επιλογή δεν μπορεί να αντικατοπτρίζει τι κουμάσι είσαι σήμερα, και οι άνθρωποι το καταλαβαίνουν αυτό σιγά σιγά. Θέλω να πω, πόσοι σε αναγνωρίζουν σήμερα με το όνομα που κονόμησες απ’ τη γιαγιά ή τον παππού και πόσοι σε έχουν στο μυαλό τους σαν τον tzimhs_motorhead13 τον τρελάκια που ανεβάζει κάθε μέρα αυτές τις μαλακίες για στόρι και σκιπάρουν μέχρι και οι πρώην; Πόσοι ξέρουν τον Μπρους και πόσοι τον Μπάτμαν; Πόσοι τον Ανδρέα και πόσοι τον Εθνικό Σταρ;

Πως και προέκυψε μια ποιητική συλλογή- ξές τώρα- ζώντας και αναπνεόντας στο <<βάλε τρέχον έτος εδώ>>; Δηλαδή, τι σκατά;
 Εδώ έχεις ένα δίκιο και σε νιώθω (γέλια). Ξέρω καλά πόσο κρίντζι, χαζά και μίζερα είναι τα poetry slams, πόση δηθενιά κρύβεται στα χάικου στο φβ της θείας σου και πόσο κουραστικές είναι οι αράδες χωρίς ίχνος μπέισικ συνοχής παρά μόνο μπόλικα έντερ στην μέση κάθε πρότασης (ξεκαρδίσματα). Για αυτό προσπάθησα να μην υπάρχει στίχος άνευ λόγου. Έμεινε μόνο ό,τι ήθελα να επικοινωνήσω όσο γίνεται πιο διάφανα και λιγότερο φλύαρα για να πείσω πως ό,τι έκανα νόημα και θέση (απίστευτα χωρατά, δεν αφήσαμε άντερο που λένε, τώρα ψέλνει ο παπάς και μας πετάνε χώμα γιατί πεθάναμε απ’ τα πολλά τα χωρατά).

Μμμ, ακούγεσαι κομματάκι ενοχικός. Σαν να ντρεπόσουν να κάνεις κάτι τέτοιο. Γιατί έτσι ρε κοινέαλέκο_;
 Ήταν το πιο φυσικό που μου ‘βγαινε να κάνω σαν μια ολοκληρωμένη δουλειά. Η πρόζα και τα διηγήματα είναι καλούτσικα, οκ, όμως πάντα πρέπει να κρύβω αυτά που θέλω να πω πίσω από μια αρκετά πΙαΣάΡιΚη ιστοριούλα που θα αξίζει αρκετά ώστε να μπει κανείς στον κόπο να την διαβάσει- έστω για τα εσθέτικζ. Με την ποίηση κόβω απ’ τη μία τον μεσάζοντα κι απ’ την άλλη έρχομαι πιο κοντά στο φόρματ τέχνης που προτιμώ περισσότερο, τα άλμπουμ. Χρησιμοποίησα μια προσέγγιση σαν να γράφω τον “δίσκο” μου, είτε ακολουθώντας συχνά κάποιο μπιτ στο μυαλό μου είτε σχεδιάζοντας τη δομή αυτών που σκόπευα να αποτυπώσω. Έτσι η συλλογή αποτελείται τελικά από 12 ”κομμάτια”- αρκετά για να περάσει μια αίσθηση (ή κάποιο ψήγμα κατάστασης) χωρίς να κουράζει. Ξέρω με τι αντοχές έχω να κάνω. Δεν θέλω να αγγαρέψω. Θέλω να συνομιλήσω με κάποιον τόσο όσο χρειαστεί για να πιάσει κάπως καλύτερα τα μυαλά που κουβαλάω.


Πολύ ψαγμένο αυτό, μαν μου. Ό,τι πρέπει για να μπουν οι Αισθητήρες στα κείμενα β' λυκείου του μέλλοντος μαζί με τον Δεγαμινιώτη, την Λένα Μαντά και τον τύπο που απήγγειλε τα τρελά αεροπλάνα στον Τσουκαλά.
 Δεν τρέφω αυταπάτες, οι Αισθητήρες δεν πρόκειται να "μπουν" πουθενά. Όχι ότι δεν το ‘θελα, κατά μια έννοια. Ήταν να εκτυπώσω 40 αντίτυπα σαν τσάπμπουκ και να τα δίνω τζαμπέ σε όποια ταλαίπωρη ψυχή θα ‘θελε, μα ο κόσμος μετετράπη σε ένα τεράστιο κατανεμημένο δυστοπικό φέιμ στόρυ χωρίς δωμάτιο επικοινωνίας ή Μικρούτσικο αλλά κραυγές στα μπαλκόνια και ανθρώπους να σπαμάρουν 24/7 ότι όλοι θα πεθάνουμε. Δεν μου πήρε πολύ να καταλάβω μέσα από τις συγκυρίες ότι κάτι τέτοιο δεν θα ταίριαζε στους Αισθητήρες έτσι και αλλιώς. Είναι ένα προϊόν του ίντερνετ και της απομόνωσης, δεν μπορεί να παίξει εκτός έδρας. Αυτή η διαπίστωση διαλύει από μόνη της όποιο υποδόριο ψώνιο είχα να δω τις μαλακίες μου τυπωμένες για να πιάνουν σκόνη στις βιβλιοθήκες ώστε να καμώνομαι μετά πόσο συγγραφέας είμαι.

Κοίτα από τη μία βγάζει νόημα αυτό που λες όμως στο πούτσο μας μωρέ μα-λά-κα τράβα βρες καμιά δουλειά που μου θες και βιβλίο άντε μαλάκα ε μαλάκα.
 Προσπαθώ τόσο πολύ να μην περάσω ως κάποιο κυνικό τσογλανάκι που και κάνει τον ξερόλα για να δειχθεί. Αλήθεια. Όμως, καταλαβαίνω πόσο μπορεί να "αξίζει" ένα μάτσο ποιήματα αυτή τη στιγμή (σπόιλερ: λίγο λιγότερο απ’ το τίποτα). Ο Ντεμπόρ είχε γράψει ότι μορφές έκφρασης όπως η ποίηση είναι καταδικασμένες, κάτι που κατανοώ και συμμερίζομαι. Παρόλα αυτά δεν σκοπεύω καμία “νεκρανάσταση”- η νοσταλγία είναι μια δειλή προσέγγιση στον φόβο της αβεβαιότητας του σήμερα. Γράφω για το τώρα, ως ένας άνθρωπος που ζει σύγχρονα και τρώει τα σκατά του παρόντος. Κάθε τι άλλο είναι μια άτσαλη τυμβωρυχία που ουρλιάζει “μπούχου μπούχου γεννήθηκα στη λάθος γενιά“, όσες καλές προθέσεις και να ‘χει κανείς.

Και γιατί ν’ ασχοληθεί κάποιος ρε μεγάλε;
 Ξέρω ‘γω;

 Η στείρα έκφραση μόνο και μόνο για την ίδια την έκφραση που συναντάς σε βαρετές εκθέσεις, γλυκανάλατη κλασική λογοτεχνία ή fake deep χαζοτράγουδα πάντοτε με ενοχλούσε και πάντοτε έψαχνα εναλλακτικές που θα προσπερνούσαν τέτοιες μίζερες πίπες για να χαράξω κάποιες χαλαρές γκρίζες παράλληλες με αυτό που ζούσα εγώ.

 Έλα όμως που τέτοιες εναλλακτικές λιγόστεψαν και άρχισε το κάψιμο στο λαιμό μου και το χέρι μου. Δεν μπορούσα πια να νιώσω από άλλους ξενιστές και το “εντάξει μωρέ θα το κάνω εγώ” δεεεν πήγε και πολύ καλά. Έλιωσα. Άρχιζα να αυτολογοκρίνομαι θεωρώντας ότι απέφευγα την δηθενιά και τεμπελιά των “άλλων”. Έπεσα με τα μούτρα στην κυριολεξία μ’ ένα μαλακισμένο σύμπλεγμα τελειομανίας ώστε τα γραπτά μου να μπορούν να αντέξουν στο χρόνο για να μη τα ντρέπομαι αργότερα σαν σαντ φάνφικς κάποιου που χρειάζεται επειγόντως φίλους (και μέχρι σήμερα δεν μπορώ να διαβάσω κάτι που έγραψα χωρίς να νιώσω ότι με κλώτσησαν στ’ αρχίδια).

 Έχω ξεσυνηθίσει να μιλώ για αυτό που με καταναλώνει με τον φόβο ότι θα φανώ τετριμμένος. Έχω χάσει τις λέξεις για να με εκφράσω και δεν μπορώ να νιώσω τίποτα πια γύρω μου. Αλλά τώρα το φτιάχνω κάπως, αλήθεια. Καταλαβαίνω πλέον πόσο μάταια έψαχνα μόντες για να συνδεθώ πάλι με τον κόσμο μέχρι να προκύψουν οι Αισθητήρες για να με βοηθήσουν. Για να θυμηθώ ξανά την ανθρωπιά μου και να την αγκαλιάσω. Για να δείξω την φθορά που μου προξένησε η αποσύνδεση. Για να εξετάσω μία δεύτερη φορά όσα φουντώνουν την αντίδραση, την δυσθυμία, την καύλα και την δημιουργικότητα μέσα μου.

 Αυτή είναι η αφετηρία για κάτι που είχε ήδη τερματίσει.

 Αυτές είναι οι μετρήσεις που έλαβα ως τώρα απ’ τους νέους Αισθητήρες μου.


Όνλαϊν εσθέτικς διάβασμα στο commonsensors.github.io
pdf για τους μερακλήδες στα ελληνικά εδώ
pdf για τα ιντερνάσιοναλ μωράκια στα εγγλέζικα εδώ


ναι πήρα συνέντευξη από τον εαυτό μου τι θες τώρα

τουλάχιστον δεν πήγα αρναούτογλου

17.7.18

Βένους 3000



    Δεν είναι η μέρα μου σήμερα. Μία το κινητό που δεν χτύπησε, μία η αργοπορία του πλοίου ως την εξέδρα και μία η Έμιλι που την είδα (και με είδε που την είδα) όσο πήγαινα να κλέψω την σειρά από έναν μεξικάνο στη καντίνα. Και δεν με χαιρέτησε και σάντουιτς δεν πήρα.

    Δεν ξέρω γιατί την χαιρέτησα, ούτε εγώ ήμουν στα καλά μου ούτε εκείνη φαινόταν πρόθυμη. Θα μπορούσα να κάνω πως περιεργάζομαι την ανέμπνευστη επένδυση στη πλάτη της μπροστινής θέσης ή να παρατηρώ δήθεν γεμάτος θαυμασμό τον Ειρηνικό την ώρα που περνούσε για να κάτσει μπροστά. Θα μπορούσα. Αλλά με έτρωγε ο κώλος μου να μάθω από που κι ως που βρέθηκε αυτή εδώ και μάλιστα στις πρώτες θέσεις. Και θα την ρωτούσα αν δεν με έκοβε η ειδοποίηση για μέιλ ακολουθούμενη από την τυπική γκρίνια της αεροσυνοδού για να κλείσουμε τις συσκευές.

“Υπενθύμιση ε.

Φρόντισε να αλλάξεις υφάκι και να στείλεις υλικό της προκοπής αυτή τη φορά, αλλιώς θα έχουμε τρεχάματα και δεν σας βλέπω καλά. Αρκετή υπομονή κάναμε.

Εύη, Assistant Manager”.

    Απλή, περιεκτική και αντιπαθητική όπως πάντα η ασσίσταντ η μάνατζερ που λείπουν όλοι για καλοκαίρι και την άφησαν να λύνει και να δένει. Δεν την αδικώ και τελείως, αλλά και εκείνη μέχρι πριν λίγο μου ζητούσε “ρεπορτάζ” από καφετέριες και άρθρα για διαφήμιση αντηλιακών και τώρα με στέλνει με το έτσι θέλω στις αποικίες της Αφροδίτης γιατί “έτυχε ο Τζίμης να αρρωστήσει” και άλλες τέτοιες μαλακίες.

    Η Αφροδίτη φαίνεται σαν ένα σκονισμένο τόπι στο παράθυρο όταν μας ξυπνούν οι αεροσυνοδοί. Δεν ξέρω αν αυτό συνηθίζεται ή όχι, αλλά το πλήρωμα σκέφτηκε να ευχηθεί χρόνια πολλά σε όσους είχαν γενέθλια κατά τη τρίμηνη πτήση, κάτι που μια χαρά μου έκατσε μιας και παραλίγο να ξεχάσω ότι πέρασαν της Έμιλι. Ξεκουμπώνω τη ζώνη για να της ευχηθώ από κοντά μα το λυκόπιασμα και η άγρια ματιά της αεροσυνοδού μού αλλάζουν γνώμη. Άσε που είναι κομματάκι δύσκολο να της το παίζω φίλος μετά από ό,τι έγινε, οπότε καλύτερα να κάτσω στα αυγά μου και να ανοίξω τις ειδοποιήσεις για να δω τι έχασα. Μοναδική απώλεια ο γάτος της αδερφής μου. Μικρό το κακό λέω, τόσοι άλλοι παραδίπλα κλαίνε γιατί γνωστοί τους άφησαν χρόνους και εγώ την γλιτώνω με έναν γάτο που γέμιζε τρίχες τις ζακέτες μου. Επιτέλους η τύχη μου χαμογελάει. Για λίγο.

    Γιατί ο γιάπης δίπλα μου παίρνει πρωτοβουλία να μου ανοίξει την κουβέντα για την κόρη του που γέννησε και επειδή εγώ ως γνωστόν ζω για κάτι τέτοια ανέχομαι το βίντεο από το τοκετό που μου δείχνει γεμάτος αμηχανία. Τόση αμηχανία που τα μάτια μου δραπετεύουν και πιάνουν την Έμιλι κλαμένη, να πηγαίνει στη τουαλέτα της πρώτης θέσης (που είναι κολλητά με την αρχή της δικής μου κατηγορίας) για να συνέλθει. Πλησίασα για να ρωτήσω τι συνέβη για να πάρω πίσω μια αδιαφορία όλη δική μου. Και δεν ξέρω αν με ενόχλησε περισσότερο αυτό ή που το βίντεο με τη γέννα έχει άλλα είκοσι λεπτά και εγώ καθόλου θάρρος να του πω να το κόψει.

    Ο πιλότος και η χορταστική τεξανή προφορά του μας εύχονται καλή διαμονή στις αποικίες και μας ευχαριστεί που επιλέξαμε το Βένους 3000 (ναι ουάου), όσο προσπαθώ να κλείσω την φλώρικη κάσκα μέχρι να ακουστεί το κλικ. Κατεβαίνουμε σε μια πορτοκαλί ομίχλη με μερικούς φάρους να λάμπουν με ρυθμό μακρύτερα όπου οι υπεύθυνοι υποδοχης μάς παίρνουν έναν έναν απ’ το χεράκι ώσπου να συνηθίσουμε την διαφορά στην πίεση. Βγάζω την κάσκα πρώτος και αναγκάζομαι να κοινωνικοποιηθώ με μια ευγενική μεσήλικη κυρία που με κρατάει σαν το εγγονάκι της και την ψιλοσέρνω ρωτώντας που πέφτει το ξενοδοχείο γιατί είμαι χώμα και έτοιμος να πεθάνω στον ύπνο.

    Με ξύπνησε απότομα η ειδοποίηση από την Εύη την ασσίσταντ την μάνατζερ που υπογράμμιζε τα προηγούμενα καλά της λόγια για να μην ξεχαστώ μαζί με ένα αναλυτικό πρόγραμμα που, αν διαχειριστώ σωστά τον χρόνο μου, μπορεί να προλάβω και να κατουρήσω ανάμεσα σε τόσες εκδηλώσεις, συνεντεύξεις και προσπάθεια λήψης βίντεο (οι αποικιακές αρχές για κάποιο λόγο που δεν πολυκατάλαβα ήταν εξαιρετικά πρόθυμες να σε ψάξουν για φωτογραφίες και βίντεο που πήρες κατά τη διαμονή σου, κάτι που με κάνει να καταλαβαίνω από τι αρρώστησε ο Τζίμης). Αλλά δεν παραπονιέμαι. Δέκα μερούλες είναι, θα περάσουν.

    Κατεβαίνω, τρώω ακριβώς τρεις μπουκιές και φεύγω ρωτώντας στη ρεσεψιόν κατά που πέφτει η Βίρτσουαλ Πλάζα που έχει συμφωνηθεί το ραντεβού μου με τον θερινό αναπληρωτή υπεύθυνο της νότιας αποικίας. Λένε ότι πέφτει μακριά για ποδαράτο και κάνουν κίνηση να μου καλέσουν όχημα, αλλά αρνούμαι για να μη με γδάρουν πίσω στη δουλειά και παίρνω το τρενάκι. Στη διαδρομή τα μάτια μου ανοίγουν διάπλατα για πρώτη φορά. Ένας έντονα μπλε ουρανός με μουντές πορτοκαλί κηλίδες εδώ και εκεί (αποτέλεσμα του θόλου), κάτι μικρά πολύχρωμα και ψυχεδελικά φτιαγμένα κτίρια γύρω γύρω, τεράστια μνημεία/κίονες/αγάλματα και ένα σχεδόν ατελείωτο πράσινο που καταλήγει σε μερικά σημεία μέχρι την ακτή. Ναι, ακτή όπως λέμε θάλασσα (τεχνητή βέβαια, σαν πισίνα, αλλά και πάλι). Μένω μαλάκας, ασορτί με τους άλλους στο τρενάκι.

    Εμφανώς ενοχλημένος αλλά αρκετά ντροπαλός για να μην πει λέξη, ο Στίβεν Δαγκλής με καλωσορίζει με μια χειραψία πιο σιδερωμένη και από το αψεγάδιαστο αλλά εκτός τόπου και χρόνου κοστούμι του (όχι μόνο είναι ξερακιανός και άχαρος, αλλά επίσης η θερμοκρασία στην αποικία είναι σχεδόν πάντα ρυθμισμένη κάπου ανάμεσα στους 23 και 33 βαθμούς). Φαινόταν σφιχτός στην αρχή αλλά τον καταφέρνω. Τον παίρνω μερικές πόζες και τον ξεπαστρεύω με στανταράκια τύπου πως έφτασε εδώ, πως νιώθει που είναι ένα παιδί θαύμα πίσω στην πατρίδα, τι προσπαθούν να φτιάξουν εδώ οι αμερικάνοι και προς τι τα τελευταία μέτρα ασφαλείας, προτού το ντούκι που είχε για προστασία τσεκάρει την φωτογραφική μου και με αφήσει να πάω στην ευχή του Θεού.

    Κάνω μια βόλτα γύρω από την Βίρτσουαλ Πλάζα και πέφτω πάνω σε κάμποσα παιδιά που παίζουν με την ελαφρώς πειραγμένη βαρύτητα μπροστά από τους εμφανώς πάμπλουτους γονείς τους. Πιο εκεί κάτι μπλαζέ παρέες να ανακατεύουν ρυθμικά τους καφέδες τους όσο χαίρονται το φως του θόλου και παραπέρα ένα τσούρμο ταξιδιωτών που πάνε προς την ακτή. Τους ακολουθώ δειλά (φουλ ντυμένος με μια κάμερα στο λαιμό για να νιώσουμε όλοι μαζί περισσότερο άβολα) και φτάνω σε μια αμμουδιά πλάτους κοντά στο χιλιόμετρο. Ψιλολαχανιάζω αλλά φτάνω στο κύμα και βγάζω τα παπούτσια μου. Η άμμος είναι κάπως χοντρή και το νερό λίγο πιο σκούρο από πισίνας. Παίρνει αρκετή ώρα να καταλάβω τι ακριβώς αγγίζω και βλέπω.

    Γυρνώ κατάκοπος και τρώω μόνος στο εστιατόριο ακούγοντας από τα μεγάφωνα το φακτ της ημέρας για την ανατολή του ηλίου στην Αφροδίτη από τη δύση, και να σου πάλι μπροστά μου η Έμιλι στο μπαρ απέναντι. Ολόκληρη στην πένα με ένα φόρεμα που κοστίζει και τρία μηνιάτικα, δείχνει σκέτη θεά. Με βλέπει, της χαμογελάω, μου χαμογελάει και την παίρνει από το χέρι ένας βαψομαλλιάς πιγκουίνος που φαίνεται να θέλει να την κυκλοφορήσει. Δεν πεινάω πια. Κάνω να ανέβω στο δωμάτιο μου από την πίσω μεριά, βλαστημώντας την ώρα και τη στιγμή που μας έχωσαν όλους από τη χθεσινή πτήση στο ίδιο ξενοδοχείο, όσο βλέπω την Έμιλι να με ακολουθεί μέχρι την πόρτα του ασανσέρ. Και έχει και ακόμα αυτή την πίκρα στο πρόσωπο όπως τότε πριν την απογείωση.

    Δεν σε πιάνει εύκολα ο ύπνος στην Αφροδίτη. Άσχετα με τις προσπάθειες προσομοίωσης γήινου ωραρίου (εναλλαγή μέρας-νύχτας κλπ.), το βιολογικό ρολόι μου βαράει διάλυση. Έτσι περνάω τις νύχτες γεμάτος υπερένταση, διαβάζοντας τα παλιά μηνύματα της Έμιλι όσο την αποφεύγω έντεχνα τις υπόλοιπες ώρες. Όσο για τη δουλειά, βρήκα να πω ότι λόγω καθυστερήσεων στις επικοινωνίες δεν μπορώ να στέλνω ενημερώσεις στην Εύη την ασσίσταντ την μάνατζερ και γλίτωσα. Βγαίνω που και που το βράδυ με τα πόδια ή καβαλάω το τρενάκι για βόλτα αλλά κάτι οι μεθυσμένοι ιρλανδοί φοιτητές που ψάχνονται για τσαμπουκά, κάτι η ερημιά που τσακίζει νεύρα και κάτι το περιστατικό που με έπιασαν σεκιουριτάδες να βιντεοσκοπώ το άλσος με κρατούν μέσα να βράζω στο ζουμί μου και στην συνδρομητική.

    Και οι μέρες περνούν εξίσου ανιαρές και άδειες. Όταν δεν έχω να ρωτάω τα ίδια και τα ίδια δημοσιοσχεσίστικα πράγματα σε αξιωματούχους της κακιάς ώρας και  ψωνάρες τύπου Ίλον Μασκ των φτωχών, πρέπει να παρευρεθώ σε κουραστικές ομιλίες που όλες καταλήγουν στο πόσο προχωρημένο και ωφέλιμο είναι το όλο εγχείρημα για τις μελλοντικές γενιές “όχι μόνο της ανθρωπότητας αλλά κάθε είδους ζωής πίσω στη Γη”. Από επιστήμονες και μεγαλοεπενδυτές μέχρι γιουτιούμπερς και τον Αντώνη Ρέμο (δεν κάνω πλάκα), να έχεις όρεξη να βλέπεις την ουρά ατόμων που ήρθαν αποκλειστικά για να εκθειάσουν αυτή τη πρωτοβουλία του δυτικού κόσμου, που βάζει και επίσημα τη ταφόπλακα στους σοβιετικούς μετά από κοντά ενενήντα χρόνια ανταγωνισμού (όχι ότι ήθελε και πολύ).

    Όμως μετά από μερικά περπατήματα έχεις δει ό,τι είχε να προσφέρει η αποικία. Από την πρώτη βραδιά που πέρασα στην παραλία στη Βίρτσουαλ Πλάζα κατάλαβα πως η αλλόκοτη αρχιτεκτονική, οι κίονες, τα μωβ πλακάκια και οι φοίνικες φέρνουν μόνο τη μυρωδιά του φρεσκοβαμμένου και του πρόχειρου στο μυαλό μου. Η άμμος τελικά είναι τριμμένη πέτρα, η θάλασσα μυρίζει ξεκάθαρα χημεία με το που μπεις, το φαΐ είναι επεξεργασμένο μέχρι αηδίας για καλύτερη συντήρηση και ο θερμοστάτης ίσα που δουλεύει κάποιες στιγμές της μέρας. Η αποικία στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μεγάλες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις που απλώνονται αραιά πάνω σε μια έκταση μικρού νησιού του Αιγαίου που πλέει σε μια πισίνα. Κουράστηκα να ακούω για την “ελπίδα του μέλλοντος” μέσα σε ένα τεχνολογικό θαύμα που χτίστηκε αποκλειστικά για να στεγάσει ασπρουλιάρηδες που ακόμα τρώνε φουά γκρα και καίνε πετρέλαιο. Όλο το πρότζεκτ είναι ένα σκηνικό διαφήμισης ενός προϊόντος που αφορά μόνο γόνους εφοπλιστών που έχουν για καθημερινότητα το φαΐ, το μακροβούτι και την ξάπλα σε αιώρα.

    Η Εύη η ασσίσταντ η μάνατζερ φυσικά τρελαίνεται για κάτι τέτοια, αλλά δεν παίζω το κεφάλι μου κορώνα γράμματα για εκείνη. Στέλνω ένα ντραφτ του ρεπορτάζ χωρίς στάλα κριτικής μέσα γιατί αν παίζει περίπτωση παρακολούθησης δεν θέλω να έχω τους σεκιουριτάδες στο σβέρκο μου γιατί τους κακολόγησα το χώρο εργασίας.

    Τρεις μέρες πριν την πτήση μου, με αρπάζει ο Δαγκλής με τα νερντουλιάρικα χέρια του και με πάει τουρνέ. Και να οι εκθέσεις τέχνης, και να τα φεστιβάλ τραγουδιού και του Ρέμου (πρέπει να τον δεις δεύτερη φορά για να βεβαιωθείς), και να οι κρουαζιέρες γύρω γύρω με ένα καράβι που μυρίζει καμένο πλαστικό. Και όλα με την λέξη “σύγχρονο” ή “νέο” μέσα και όλα να στερούνται ουσίας στα μάτια μου. Ο Δαγκλής φυσικά βλέπει την απογοήτευση μου και προβληματίζεται. Με ρωτάει αν “είναι όλα καλώς” σε γκρίκλις, του λέω “ναι, γιατί όχι;” και με μιας αδειάζω από την πρύμνη του καραβιού τα σωθικά μου. Τόσες μέρες εδώ μόνο δύο πράγματα κατάφερα, να κάνω έναν επιτυχημένο τριαντάρη με σίγουρη καριέρα να κιτρινίσει από τον πανικό του και εγω να πάθω ναυτία σε πισίνα.

    Δύο μέρες πριν την πτήση μου, το ρεπορτάζ δεν κλείνει εύκολα, ιδιαίτερα με την γκρίνια της Εύης που έδωσα ως πράξη καλής θέλησης στον κακόμοιρο τον Δαγκλή ό,τι υλικό είχα στη φωτογραφική μου και δεν πρόλαβα να ανεβάσω. Θα μπορούσα και έτσι όμως να τελειώσω το άρθρο και να φύγει η υποχρέωση, μα το μυαλό μου αρχίζει να σβήνει. Με πιάνω να κοιτάω το δάσος από το παράθυρο του δωματίου μέχρι να σκοτεινιάσει. Με ξυπνάει από το λήθαργο η πόρτα. Η Έμιλι ξέρει καλά να με βγάζει από τη δύσκολη θέση του να βρω κάτι να πω και με σέρνει ως την παραλία.

-Είσαι πολύ κακός όταν το θες

Τι να της πεις τώρα; Τα έχει τα δίκια της; Τα έχει.

-Δεν ξέρω πως να φερθώ απέναντι σου πια ρε Έμιλι, κατάλαβε με.

-Δεν μου αξίζει όμως αυτή η συμπεριφορά

-Το ξέρω. Και αν θες να ξέρεις χαίρομαι που σε βρήκα εδώ

-Αλήθεια;

Αλήθεια. Αλλά...

-Αλλά δεν το προτιμώ που είσαι εδώ. Δεν νομίζω να μου κάνει καλό να σε βλέπω. Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να το κάνω να ακουστεί λιγότερο άθλιο, αλλά έτσι είναι

Προσπαθώ να της κρατήσω το χέρι να μη φύγει. Με το ζόρι δεν με ξεχέζει.

-Το κάνεις τόσο δύσκολο να σε εμπιστευτώ, το καταλαβαίνεις; Τόσο καιρό σε γνωρίζω και ακόμα δεν ξεχωρίζω πότε κάνεις πλάκα και πότε μιλάς σοβαρά.

Ούτε εγώ πλέον.

-Σοβαρολογώ. Δεν μου βγαίνει σωστό να παίζουμε τις συμπεθέρες όταν βλέπω τον βαψομαλλιά να σε αγγίζει

-Δεν είχες αυτό το πρόβλημα παλιότερα. Να σου θυμίσω ότι εσύ ο ίδιος δεν ήθελες δέσμευση και το έπαιζες βαρύ πεπόνι. Τι άλλαξε;

-Τίποτα

-Τα θες όλα δικά σου, όπως πάντα

-Και εσύ το ίδιο, μόνο που εγώ πρέπει να περιμένω να αποφασίσεις τι θες από εμένα

-Είσαι άδικος

-Είμαι ερωτευμένος

    Δεν μπορώ να τσακώνομαι μαζί της, ούτε εκείνη μπορεί. Για αυτό με την ώρα να περνά κολλάμε πια στις συλλαβές, τσεκάρουμε αν θα αντέξει ο άλλος αυτό που πάμε να πούμε για να μην πληγωθεί.

-Ξέρεις, πέθανε ο Γιώργος

-Λυπάμαι πολ-

-Όχι. Ξέρω ότι δεν λυπάσαι. Αλλά ζήσαμε τόσο καιρό μαζί και με επηρέασε

-Κάνεις λάθος. Δεν πέφτω σε τέτοιες μικρότητες

-Σε κυνηγούσα πόσες μέρες τώρα να σου μιλήσω και εσύ κρυβόσουν

Δύσκολο να έχω αισθανθεί πιο μαλάκας στη ζωή μου.

-Και πως βρέθηκες εδώ;

-Ο Γιώργος τα είχε παρατήσει τον τελευταίο καιρό με την υγεία του και δεν ήθελε να με έχει κοντά. Ήταν κάτι σαν τελευταίο δώρο

-Και είπες να σε παρηγορήσει ο κωλόγερος

-Μη με κάνεις να μετανιώνω που ήρθα να σε βρω. Σε παρακαλώ. Σε είχα τόσο ανάγκη

Την μισώ που μου το κάνει αυτό, όχι γιατί το κάνει επίτηδες αλλά επειδή πιάνει.

-Νομίζω πως πρέπει να κόψουμε επαφές, Έμιλι. Να ηρεμήσουμε και οι δύο


    Το πιστεύω αυτό, ξέρω ότι το πιστεύω, μα μου φαίνεται τόσο λάθος να το λέω φωναχτά και μάλιστα μπροστά της.

-Δεν μπορείς να μου το κάνεις τόσο εύκολο ρε γαμώτο

-Ποιο πράγμα;

-Δεν σκοπεύω να γυρίσω πίσω. Θα μείνω εδώ. Δεν θα ξαναβρεθούμε, το καταλαβαίνεις αυτό;

Κάτι κατάλαβα.

    Μία μέρα πριν την πτήση, έχω θαφτεί κάτω από το σεντόνι και την Έμιλι. Κοιτάω το μωβ έξω να ανοίγει απότομα σε μπλε με τις πορτοκαλί κηλίδες. Εκείνη παίζει με τα μαλλιά μου κι εγώ “κλειδώνω” πάνω της. Όλα δείχνουν ήρεμα- και λάθος. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι ο άντρας της το θέμα, αλλά εγώ που νιώθω έτοιμος να πέσω από το παράθυρο.

-Μη με ξεχνάς. Αυτό μόνο, εντάξει;

Έτσι. Πάρε τη ψυχή μου και ποδοπάτησε την.

    Την χαιρετώ ζαλισμένος και με το στόμα μου να έχει στεγνώσει. Άγχος, χαρά, εξάντληση, όλα φτάνουν μέχρι πάνω και τα αφήνω στον διάδρομο πριν το ασανσέρ. Νιώθω τόσο άρρωστος που φέρομαι αλλόκοτα. Κλειδώνομαι στο δωμάτιο μου και κλαίω, δεν ξέρω για πόση ώρα. Με κόβει μόνο η ειδοποίηση στο λάπτοπ για μέιλ με την Εύη να μου κάνει τον σβέρκο ηλιοβασίλεμα από την κατσάδα. “Που είναι το άρθρο” και “που είναι το άρθρο”, στον πούτσο μου είναι. Το ρολόι δείχνει δέκα ώρες για την πτήση μου και εγώ πασχίζω να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη.

    Η ίδια μεσήλικη κυρία που με πήρε από το χεράκι στην άφιξη με περιμένει όλη χαμόγελο. Ανταποδίδω με ένα αξιολύπητο μειδίαμα. Την νιώθω να με σπρώχνει με τα χεράκια της να μπω στο σκάφος γιατί σέρνω σαν κακομαθημένο τα βήματα μου. Ελευθερώνω το κεφάλι από τη κάσκα για να αναπνεύσουν λίγο οι ενοχές μου, προσπαθώντας να καταλάβω πόσο σκατά τα έκανα, πόσο δειλός είμαι που έφυγα ή πόσο ηλίθιος που σκέφτηκα να μείνω για εκείνη.

    Δεν μπορώ να συνέλθω με τίποτα. Το μυαλό μου κουδουνίζει με τους επιβάτες της πτήσης αρχίζουν να στοιχίζονται γύρω μου. Πνίγομαι μέσα μου. Σφίγγω τα βλέφαρα μου μέχρι να θολώσουν όλα και να μην καταλαβαίνω τι συμβαίνει, ή έστω μέχρι να μπήξει μια αυστραλέζα παραπέρα τις φωνές και να φέρει την αεροσυνοδό για να με πάρουν να χορέψουμε συρτάκι μέχρι το μπάνιο. Ρίχνω λίγο νερό, κοιτάω το είδωλο μεχρι να μου φέρει αηδία, ξερνάω και βγαίνω.

    Καμιά διακοσαριά εκδρομόγριες γυρνούν τη ματιά τους πάνω μου. Άλλες ανήσυχες κι άλλες κοροϊδευτικές να περιμένουν να δουν που θα καταρρεύσω για να μην τους χαλάσω τη μόστρα. Ευτυχώς με πιάνει και με τραβάει η Έμιλι στη διπλανή θέση. Η Έμιλι. Έβγαλε εισιτήριο και φεύγει. Φεύγει. Άλλαξε γνώμη και φεύγει. Μαζί μου.

-Πρόσεχε. Είσαι καλά;

-Έμιλι, νομίζω σε αγαπά-

-Συγγνώμη

    Το πρόσωπο της παγώνει απότομα, σαν να είπα κάτι που την πείραξε. Χάνει τα στρογγυλά της μάγουλα, τις χαριτωμένες ελιές στο λαιμό της, τα μακριά μαλλιά της. Πανικοβάλλομαι που δεν ξέρω τι συμβαίνει και τινάζομαι πίσω. Παίρνει λίγη ώρα για να συνέλθω τελείως. Μένω να κοιτάω το κενό μέχρι να κοιμηθώ, νιώθοντας την ανάγκη να σκάψω μια τρύπα με τα νύχια μου το πάτωμα για να πηδήξω μέσα, γιατί τελικά δεν ήταν αυτή.

Δεν ήταν αυτή.

Δεν ήταν αυτή.




Και εγώ δεν ξέρω πως να συνεχίσω.

<Lindsheaven Virtual Plaza - Busan Sunset>

5.10.17

Όφλαϊν



οι δικοί μου δεν θ' απλώσουν χέρι
στους λογαριασμούς μου και για χρόνια
θα της έρχονται οι ειδοποιήσεις- πότε ήταν τα
γενέθλια μου, πότε είχαμε γνωριστεί ή πότε
βρήκα εγώ το θάρρος για να μου στείλει αυτή

και θα κάθεται τα βράδια για να δει
αν έχω μπει κι έχω γυρίσει, πως όλα ήταν
μία πλάκα και εκείνη ανησυχούσε σαν χαζή
που εγώ ήμουν τσιτωμένος και πως άδικα
είχε κλάψει για την πάρτη μου μέχρι να με μισεί

γιατί θα με μισήσει- ελπίζω να με σβήσει
να μην πονά, να μην κοιτά αυτά που
έγραφα όταν ήμουν στις κακές μου
και να νιώθει ενοχές ή το μακάβριο
χαβαλέ που έκανα για να γελά αυτή κρυφά

ότι φοβάμαι μη ψοφήσω και βάλει η μάνα μου
στο μνήμα τη φωτό με τα στραβά μου δόντια
απ' το δημοτικό και άλλα τέτοια πριν γυρίσει
πίσω στο τελευταίο μήνυμα, που παίζει να της
είπα ένα “τα λέμε” παρά ένα “σ' αγαπώ”

οι συζητήσεις μας πια θα είναι δύο σκρολ μακριά
πιο κοντά από ότι θα είμαι εγώ ποτέ
γιατί θα παίρνει χωρίς εγώ να απαντώ στο κινητό
και μετά μέσα σε λυγμούς θα μου το κλείνει 
γιατί δεν πήρα μαζί στο χώμα και εκείνη





ή ίσως τα πούμε όφλαϊν. 

<Archy Marshall - Any God Of Yours>