Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βίζουαλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βίζουαλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.4.23

ΓΛΥΚΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ



Ο ΓΛΥΚΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ άρχισε με τα χειρότερα ένστικτα στην επιφάνεια μες στις χειρότερες συνθήκες. Δεν πασχίζει να δικαιολογήσει την ύπαρξη του, ούτε είναι αποτέλεσμα χομπίστικης καλλιτεχνικής αυτοϊκανοποίησης. Έχει σάρκα και οστά και περπατά στην πόλη κάνοντας κύκλους μες στη νύχτα.

Δεν κλειδώνεται τα βράδια σε μουσείο, δεν σκονίζεται στο ράφι της βιβλιοθήκης. Δεν είναι εμπόρευμα, είναι ένα φυσικό χειροπιαστό αντίγραφο μιας συναισθηματικής αφαίρεσης που υπάρχει μέσα μας κι ας τη σπρώχνουμε στην άκρη κάθε βράδυ σκρολάροντας μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.

Και η τέχνη, ως η πιο στριφνή μα άμεση συνάμα μορφή ασύγχρονης επικοινωνίας, είναι το εργαλείο που επιλέχθηκε εδώ για να κλείσει αυτή η ψαλίδα ανάμεσα σε εμάς και την πραγματικότητα.

Διότι η τέχνη φωλιάζει μες στα ακουστικά που βαράνε μουσική το πρωί στο λεωφορείο, στις σημειώσεις του κινητού με τις ατελείωτες παραγράφους, στα σκιτσάκια πάνω στα περιθώρια ενός χαρτιού. Η τέχνη υπάρχει για ν' αναβλύζει από τα κορμιά και να αναμιγνύεται με την πραγματικότητα.

Αυτή η συλλογή είναι αφιερωμένη στους ανθρώπους που με τσακισμένο το σώμα και τη σκέψη παλεύουν, ψάχνουν, φτιάχνουν, και ξεκλέβουν πίσω την χαρά και την δημιουργικότητα που τους ξηλώνει μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει αυτός ο αδιάκοπος βρόχος. Σας αγαπάω με τον χειρότερο τρόπο.

Α επίσης είναι δωρεάν. Δηλαδή διανέμεται ελεύθερα. Τζαμπέ πως το λένε. Και μάλιστα ο ΓΛΥΚΟΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ έρχεται κοντά σας με 4 έξτρα  κομμάτια αποκλειστικά στη φυσική έκδοση. Παράδοση χέρι με χέρι, ή μέσω ταχυδρομείου (και στα εξωτερικά ακόμα, χιτ μι απ φαμ), ή όπως αλλιώς βολεύει.

<3

 

https://sweettyrant.online




29.5.22

λέιτ νάιτ υστερία


σόρρυ δεν άκουσα τι είπες
λιώνουν όλες οι φωνές σε μια ακατάσχετη ηχώ
χοροπηδάνε τα ηχεία πέρα δώθε
και τα μάτια σου αλλάζουν μέρος όταν προσπαθώ να τα κοιτάξω

πάω τοίχο τοίχο
είμαι αρκετά κακή παρέα
δεν μπορώ να ακολουθήσω συζητήσεις που ανοίγω
δεν θα ήτανε ποτέ μάλλον το φόρτε μου ν' ανοίγομαι

μα είχα γράψει κάτι
και είχα κάνει πρόβες να σου πω τι νιώθω
κι έψαχνα την πιο σωστή στιγμή
μα μάλλον δεν μιλούσαμε την ίδια γλώσσα

ίσως κάτι να κατάφερα με ψεύτικα χαμόγελα κι ανόητα νοήματα
να ένιωσα για λίγο όπως νιώθουνε οι άνθρωποι
λέιτ νάιτ υστερία
και μετάνιωμα στο δρόμο για το σπίτι ή τον διάολο


κάτι μεγάλο έρχεται, αλλά θα αργήσει λίγο, και επίσης βαριέμαι να το τελειώσω, οπότε υπομονή

<Kali Uchis ft PARTYNEXTDOOR - fue mejor>


24.4.22

οι λύκοι


σκέφτηκα να φύγω
ξεμάκρυνα με βήματα ανάποδα απ' τον κόσμο
να μην με κυκλώνουν λύκοι
ό,τι έχω είμαι εγώ
κι ό,τι έπεσε στα χέρια μου το πλήρωσα με τόκο
με τα χέρια φαγωμένα
απ' το σκάψιμο στην άσφαλτο
στα σπλάχνα μου
στις λέξεις
δεν αφήνω πια να με κοιτούν στα μάτια
δεν κοιμάμαι
με ζυγώνουνε οι λύκοι όταν βραδιάζει
είμαι μέσα στο κεφάλι μου περσόνα νον γκράτα
μα τ' ορκίζομαι
πως έχω αγάπη μέσα μου να δώσω
απλώς όχι σε εσένα
ούτε εσένα
ναι κι εσένα λέω
σκέφτηκα να φύγω
ξεμάκρυνα με βήματα ανάποδα απ' τον κόσμο
και περίμενα ένα χέρι να με ψάξει
να με πιάσει
και να με τραβήξει πίσω
μα του κόσμου δεν του έλειψα και τόσο τελικά


-χρόνια πολλά
-γιατί

<Phoebe Bridgers - Scott Street>

27.3.22

VALENTINA


ίσως
κάπου πολύ κοντά σου
υπάρχει κάποιος
κάποια
που θέλει να σε γνωρίσει
που θέλει να μοιραστεί μαζί σου στιγμές μαγικές
σε αυτόν τον αριθμό υπάρχει πάντα ένα πρόσωπο
που ανυπομονεί να σε γνωρίσει
κάθε στιγμή σε αυτόν τον αριθμό
κάποιος
κάποια
σε περιμένει
τηλεφώνησε τώρα


(αν δεν έχεις μονάδες για τηλέφωνα τέτοια ώρα, πάτα με για να ακουστώ)


You can dream of Valentina forever.




27.2.22

άδεια σώματα


άδεια σώματα
μισογεμάτα πίκρα
που δεν βλέπουν το είδωλο τους πια
στο τζάμι του μετρό

άδεια σώματα
χτυπιούνται απ' τους λυγμούς τα ξημερώματα
σκρολάρουν αναμνήσεις
με την κούραση να κάθεται στο στήθος

άδεια σώματα
ανοιχτές πληγές και στόματα στεγνά
ρίχνουν ζάρι κάθε βράδυ
πόσες μέρες απομένουν

άδεια σώματα
χωρίς πια γλυκές χίμαιρες
παραμιλούν πριν πέσουν στο κρεβάτι
αυτές είναι οι χειρότερες ημέρες


που να κάτσεις να ηρεμήσεις

<Earl Sweatshirt - Fire In The Hole>




26.12.21

κλείσε θα σε πάρω 'γω


έχουν ντυθεί όλοι οι φίλοι μου στο χρώμα του καθρέφτη
και χορεύουνε αμήχανα κοιτώντας τα παπούτσια τους
μου λείπει η παρέα
με πονάνε οι αγκαλιές
χέρια τρίβουν το κορμί μου σαν γυαλόχαρτο
και άλλα χέρια μένουν στο μυαλό μου δίχως να πληρώνουν νοίκι

βράδια βγαίνουνε στο δρόμο οι δαίμονες μου
μες στις φλέβες της μητρόπολης
και ουρλιάζουνε σαν λύκοι
αναπάντητες κραυγές στ' ακουστικό
λες και λέει πια ολόκληρη η πόλη
κλείσε θα σε πάρω 'γώ έχω δουλίτσα τώρα μάνα μου

φεγγοβολάνε τα μπαλκόνια σαν να καίγονται
σαν θόρυβος λευκός
μεσ' στην ηχώ από φωνές που έχουν σβήσει
σαν αστέρια που έχουν μείνει πια να κρέμονται νεκρά στον ουρανό
μα τέτοια ώρα που να πας για να τα δεις
έχουν ουρά και ραντεβού πια οι ταράτσες για να πέσεις


τσιγκουνεύομαι τα συναισθήματα μου

<Sonder - Sirens>




31.10.21

κακομαθημένο (ft. τρία έπσιλον)


είσαι ονλάιν ή κοιμάσαι
α οκ
κάνεις ζιγκ ζαγκ
λόου κι
είχα διστάσει να σου στείλω χτες προχτές
νομίζω σ' είχα δει στο δρόμο τις προάλλες
τυλιγμένη από πάνω μέχρι κάτω με σφιχτά συρματοπλέγματα
σαν άγαλμα μ' ορθάνοιχτες πληγές
απ' τις ανάσες το κορμί σου μια μαζεύει μια φουσκώνει
σ' ένα τέμπο από τραγούδι που δεν έχω ξανακούσει
δεν χαιρέτησα
δεν με είδες
μα απ' τα μάτια σου φαινότανε πως είχες ήδη φύγει
και δεν ήθελα κι εγώ να ενοχλήσω
τον ρυθμό από το στήθος σου συγκράτησα μονάχα
και μ' έπιασε παράπονο
να είχα πιο ευχάριστα τραγούδια
για να σου τα τραγουδήσω

τι εγώ
εγώ καλά είμαι μωρέ
εδώ στο τρέξιμο
παλεύω να τινάξω απ' το βήμα μου τις άγκυρες που σέρνω
σε ζηλεύω
μα 'μαι κακομαθημένο
και δεν έχει καν να κάνει με εσένα
πια δεν έχω τα πνευμόνια
και εσύ
τρέχεις ανάποδα πάνω στις κυλιόμενες
και εγώ
έχω απλώσει το κορμί μου στα υπόλοιπα
στριμώχνομαι μέσα σ' άδεια βαγόνια
και ελπίζω
ότι κάποιος θα με ψάχνει με το βλέμμα
όταν έρθει πια η ώρα να κατέβω
σόρρυ τώρα είδα το μήνυμα
ελπίζω να 'σαι οκ

***

είδα στον ύπνο μου πως είχα μια ουρά αλεπούς και δε χωρούσε στο παντελόνι μου. ίσως φταίει που πήρα μερικά κιλά - μα είμαι τόσο γυμνασμένη στα δάκτυλα, όλη μέρα τάκα τούκα στο πληκτρολόγιο δεν έχω άλλο τρόπο να χάσω. αν ήμουν στην μεγάλη πόλη που όλοι τρέχουν θα πήγαινα από τις κυλιόμενες και ίσως να ‘χαμε διασταυρωθεί δυο τρεις φορές- σταθμός λαρίσης/ ομόνοια/ καθίσματα άνθρωποι με καπελάκια κι ο συρμός θα περάσει ξανά και ξανά και ξανά όπως τα μηνύματά που δε σταματάνε να έρχονται, όπως το φως στο δωμάτιο που δεν έχεις δει ποτέ πλημμυρισμένο από τ’ αγαπημένο μου τραγούδι σ’ επανάληψη

σαν κι εμένα που τρίζω, νομίζω τρίζω όταν κοιμάμαι και φαντάζομαι τους ανθρώπους σαν μεγάλο μπουκάλι με λουπ- λούπα μεγάλη πιστεύω είναι η σπηλιά όπου ζεις, θυμίζει εργοτάξιο πλοίων, γυαλίζεις τις άγκυρες, διαλέγεις λιμάνι, προσπαθείς να υποκριθείς πως φεύγεις για ρίο την επόμενη εβδομάδα μα καταλήγεις πάντα να γράφεις μια πετυχημένη ατάκα στο πληκτρολόγιο που μετά λίγο σβήνεις και αλλάζεις και περνάνε οι μέρες, τα χρόνια, τα mb λήγουν σε δυο μέρες κι ίσα που προλαβαίνω να σου απαντήσω:

καλά είμαι, ελπίζω κι εσύ





τρία έπσιλον: https://epsilontria.blogspot.com


Νομιζω οτι μιλας περιεργα και αν οντως μιλουσες ετσι και σε εβλεπα θα ενιωθα μια ακατανικητη αναγκη να σου ριξω κουτουλια στα δοντια

<Alina Baraz - The Beginning>



26.9.21

καμένα πίξελ πάνω στον ουρανό


καμένα πίξελ πάνω στον ουρανό
κουκκίδες που κοιτάν κουκκίδες που δεν είναι πια εδώ
είναι τα μάτια των ανθρώπων μαύρες τρύπες
κι εγώ πέφτω στο κενό
σφιχτά δεμένες χειροπέδες
από τ' άγχος
δεν μπορώ να κάνω σήμα για οτοστόπ
με καταπίνει διερχόμενος συρμός
δέκα πατώματα βαθιά μέσα στην γη
σε πιάνει δέος κι ο αυχένας για να δεις την επιφάνεια
σαν κήπος κλειδωμένος πίσω από συρματοπλέγματα
τραβάω τα μυαλά μου να ξεμπλέξουν σαν να 'ναι ακουστικά
ψάχνω επάνω για να βρω μια κουκκίδα να κοιτάει και εμένα
για να ξέρω άμα είμαι ακόμα *εδώ*
ή σκοτώνω χρόνο
ξύνοντας με κάννες τους κροτάφους
για να φύγει η σκουριά
ή η παράνοια


παράξενες φιγούρες τέτοιες ώρες οι επιβάτες στο μετρό, τρέχουν οι άνθρωποι σαν να 'τανε προγράμματα

<Rochelle Jordan - Situation>


25.7.21

μπόι τόι


μπόι τόι
είμαι μπόι τόι
φοράω στο λαιμό μου έναν κόμπο πιο μεγάλο απ' το εγώ μου
ετεροπροσδιορίζομαι για να μην είμαι μόνο
μα δεν είμαι και το μόνο
θολωμένο μοιάζει πια το πρόσωπο σου
σαν ανάμνηση μισοκατεστραμμένη
με κοιτάς μαρμαρωμένη
με το βλέμμα ραγισμένο σαν καθρέπτης απ' την πίκρα
μόντερν μέδουσα με μπόλικα τραστ ίσιουζ
μουδιασμένα απ' τον χορό
τρεμοπαίζουν χέρια πόδια για να βρούνε πάλι σχήμα
αν κουμπώνουν από βίτσιο ή απλά από ανάγκη
σαν περσείδες παν' στο στήθος πέφτουν οι αμφιβολίες
εάν είμαι ή δεν είμαι
μπόι τόι
είμαι μπόι τόι


μπόι τόι είμαι μπόι τόι μπόι τόι μπόι τόι είμαι μπόι τόι είμαι μπόι τόι

<Joyce Wrice - Addicted>


27.6.21

κάθε φορά που σε βλέπω διαλύομαι


θέλω να ξαπλώσω όπου ξαπλώνεις
να σε ντύσω με δυο λέξεις
που στα όρθια μονάχα αστείες μοιάζουνε
δεν έχει εδώ θέραπυ στις πολυκατοικίες
και δεν βγαίνουνε οι φθόγγοι να σου πω
κάθε φορά πια που σε βλέπω εγώ διαλύομαι
τα χέρια μου κολλάνε
σ' έχω μέσα από τα βλέφαρα
και σκάβω την κοιλιά σου
τις τρεις ώρες που προφταίνω να κοιμάμαι
παίζοντας σ' όλο το γήπεδο τα συναισθήματα μου
κόουστ του κόουστ
και τα νιάτα μου να κλαίω που τα έχασα
μαζί σου ή μακριά σου
ισοβίτης
κρεμασμένος απ' τα κάγκελα που έχεις στα πλευρά σου
δικός σου
κατάδικος σου


λjίγη γλjυκοτσούτσουνη ποίηση για κορίτσα και αγόρja που διανύουν μια περίεργη φάση το τελευταίο χρονjικό διάστημα

<ELIZA - LIVID>


30.5.21

ψυχογεωγραφία


έχω χαράξει στον λαιμό μου μία άγκυρα
τραβάει τα μυαλά μου προς τα κάτω
όταν σκάει η ανάγκη για λογκ οφφ
κάνω ντέντλιφτ πια με την υπομονή μου
νιώθω πως δεν το αξίζω
να υφίσταμαι
και σβήνω στον βυθό
με το αλάτι να στραγγίζει τα πνευμόνια μου

έχω σκαλίσει στον καρπό μου κάτι θάλασσες
και πλέω πια επί της αραχώβης
κλούβες και λεωφορεία τουριστών με διαπερνούν
λες και ξέρουν ότι έχασα την πίστη μου
μα παίρνω αναπνοές για να διασχίσω τις οδούς
και ελπίζω κάπου μέσα στο κολύμπι
να με βρεις και να γνωρίσεις το κορμί μου
από τα σημάδια του


(σε μια πρόχειρη μελέτη τάχα ψυχογεωγραφίας)

<JPEGMAFIA - FEED HER!>

30.4.21

κρύα χέρια


κρύα χέρια με αγγίζουν
με πατάνε στους κροτάφους
και γλιστράω μες στην γη με εκατό κορμιά παρέα
τα φιλώ και κολυμπώ ανάμεσα τους
μπας και λιώσει από πάνω μου ο πάγος

μπαμ μπαμ

και τα σώματα σαλεύουν
ο κλοιός γύρω μου σπάει
μέσα μου παρακαλάω μη μπουκάρουν
ψάχνω χέρι μες στο κόκκινο να βρω για να πιαστώ

μπαμ μπαμ

όλα σι-θρου
με κυκλώνουνε με όπλα τεντωμένα και ουρλιάζουν
η φωνή τους καίει γνώριμα τη σάρκα και κολλάω
σαν το βύσμα στο κεφάλι να μην κάνει επαφή

μπαμ μπαμ

βρέχει μολύβι
κι ο δικός σου
το χορεύει
λες και είναι μακαρένα


χωρίς σήμα - παρακαλώ επανασυνδέστε την συσκευή

<BROCKHAMPTON - DON'T SHOOT UP THE PARTY>

27.2.21

future ready


(ορίτζιναλ σάουντρακ κι ετς, πάτα με για να ακουστώ)


    Είχε κλείσει τρίμηνο από την απόλυση μου. Δεν το είπα παραέξω, μα δεν ήθελε και πολύ σκέψη να καταλάβει κανείς γιατί η κοντή με τις κοτσίδες και τα μούτρα στο πάτωμα δεν είναι πλέον στο ταμείο να βγάζει λάθος ρέστα στις γριές ακόμα και για ένα χιλιάρικο. Με είχε διαλύσει τότε που απέτυχα να στεριώσω μέχρι και στα Ντία, που το μόνο που χρειαζόταν ήταν να ξέρεις να μετράς, να φοράς ένα καρτελάκι “Όλγα” σαν παράσημο πολέμου, και να κάνεις τον μαλάκα. Ίσως για αυτό να κατέληξα τέτοια μέρα να μπω σαν την κλέφτρα εκεί, από γινάτι. Ήταν η τελευταία αίσθηση κανονικότητας που πρόλαβα να έχω με το χάος που έπαιρνε σάρκα και οστά έξω απ’ το παράθυρο.

    Με το ζόρι σηκωνόμουν πριν τις τέσσερις. Και που σηκωνόμουν δηλαδή, τι έκανα; Έσερνα το κορμί μου στο σαλόνι για να δω τελεμάρκετινγκ και διαφημίσεις μέχρι να ξημερώσει και να ξεχάσω επιτέλους ποια είμαι. Γιατί τι σχέδια είχα να κάνω τότε; Τα τελευταία δύο χρόνια πηδούσα από δουλειά σε δουλειά, που είτε με έδιωχναν είτε τα παρατούσα. Ο ΟΑΕΔ και δύο φράγκα στην άκρη με ζούσαν, και είχα αρχίσει να αποδέχομαι ότι μάλλον έτσι θα πάει η ζωή μου. Τι άλλο είχα δηλαδή για να βασιστώ; Σπουδές; Σιγά, ξύπνησε ο κόσμος με μία φιλόλογο λιγότερη. Παρέες; Γελάμε. Οικογένεια; Μια μάνα που μου μαύριζε την ψυχή στα τηλέφωνα επειδή δεν σηκωνόμουν να πάω να την δω. Και να την έβλεπα δηλαδή, τι να της έλεγα; Ότι καταρρέω; “Άστο καλύτερα” έλεγα και το άφηνα συνέχεια για αργότερα. Για αυτό εκείνη την ημέρα που έβλεπα το “Μαμά” στην οθόνη του βυσσινί έρικσον που είχα τότε δεν το σήκωνα. Δεν χρειαζόταν κιόλας, τα είχα μάθει πια απ’ έξω.

“Την είδες, ρε Όλγα, την τάδε που πηγαίνατε μαζί σχολείο;“.

Όχι, μαμά, δεν την είδα την τάδε. Πάνε δέκα χρόνια που τελείωσα το σχολείο.

“Κάνει, λέει, μεταπτυχιακό σε αυτό που ήθελες μικρή, βολεύτηκε, άνοιξε σπίτι”.

Μωρέ μπράβο η τάδε, και;

“Ενώ εσύ;”.

Εγώ δεν ξέρω τι στο διάολο κάνω, μαμά.

“Και το μέλλον σου δεν το σκέφτεσαι;”.

    Και τι μέλλον που ήταν αυτό που με περίμενε εν τέλει, ε; Και γαμώ. Ήταν τόσο καλό αυτό το μέλλον που οι μισοί που γνώριζα δεν πρόλαβαν να το ζήσουν.

    Έξω τα πράγματα ήταν λίγο πιο ήπια από το απίστευτο υπαρξιακό έρεβος που περιέγραφε ο κουτέλας ο Ευαγγελάτος, όμως είχα αγριευτεί από εκείνη την απόκοσμη ησυχία που απλωνόταν μέσα στο ψύχος που τρυπούσε το μωβ μπουφάν μου. Μπορούσα να ακούσω μια τηλεόραση να ουρλιάζει δύο τετράγωνα μακριά και το βουητό των γραμμών του ΟΤΕ να κάνει ηχώ σε όλο το λεκανοπέδιο, αλλά καμία φωνή ανθρώπου. Μόνο κάτι μουρμουρητά έπιανα που και που και πεταγόμουν από τον φόβο μου στρίβοντας στις γωνίες. Κλασική Αθήνα, δηλαδή, απλά με λίγο παραπάνω χιονόνερο και φόβο μη σε κλέψουν. Ένιωθα απ’ την κοινωνική μου ατροφία λες και με κυνηγούσαν όσο έβλεπα το τοπίο γύρω μου να απογυμνώνεται από οτιδήποτε θύμιζε μια κανονική μέρα. Δηλαδή πλιάτσικο σε περίπτερο, και κρεοπωλείο πρώτη φορά έβλεπα. Τρεις με πέντε άνθρωποι καμπουριασμένοι, με κουκούλες και κασκόλ στα πρόσωπα τους, κουβαλούσαν τεράστιες χοντρές τηλεοράσεις με τα βίντεο συνδεδεμένα πάνω ή δεκαπέντε σακούλες πατατάκια με το μάτι να γυαλίζει. Θυμάμαι εκείνη τη στιγμή στο μυαλό μου ήρθε η λέξη “αποκτήνωση”. Ίσως επειδή ζούσα τόσο καιρό στον κόσμο μου ή ίσως επειδή ο αρκουδιάρης ο Ευαγγελάτος έλεγε μια φορά την αλήθεια.

    Τρύπωσα από το πλάι που ήταν η είσοδος του προσωπικού, επειδή όλη η τζαμαρία στην πρόσοψη του σούπερ μάρκετ είχε γίνει κομματάκια και δεν γούσταρα να κόψω κάνα χέρι. Μέσα όλα ήταν κώλος και οι διάδρομοι έστεκαν γυμνοί σαν δύστυχα μεταλλικά φαράγγια. Λογικά πλάκωσαν τις προηγούμενες εβδομάδες να προλάβουν όλοι το χαρτί υγείας και τις κονσέρβες που απέμειναν. Από τα ξινισμένα γάλατα στο βάθος ως τον ασταμάτητο στατικό θόρυβο των ψυγείων, όλα έδιναν την ξεχωριστή τους πινελιά για να νιώσω σαν να δούλευα ξανά σε αυτή την τρύπα. Δεν μπήκα στον κόπο να ψάξω για προμήθειες. Βόλταρα σαν να έβγαινα για ψώνια με τη μάνα μου, ψάχνοντας τα δώρα μέσα στα κορν φλέικς με γεύση διαβήτη που κανένας δεν προτίμησε να κλέψει. Βρήκα και πολλές συσκευασίες με το σοκολατούχο γάλα του Ντία (ναι, αυτό με το σκούρο βιομηχανικό απόβλητο που έμενε στον πάτο) που κατά πάσα πιθανότητα είχε λήξει. Κυρία όμως, έτσι; Το πήγα και στο ταμείο, μη με πουν και κλέφτρα. Πέρασα από την άλλη μεριά, το σκάναρα, και μου έβγαλε τιμή κάτι παρακάτω από τριακόσια εβδομήντα πέντε εκατομμύρια δραχμές. “Πάλι καλά που δεν χρειάστηκε να βγάλω ρέστα τώρα” σκέφτηκα. Τέτοια ανακούφιση εκεί μέσα δεν είχα ξανανιώσει. Καθόμουν στην ίδια θέση που σάπιζα πριν πάρει την κάτω βόλτα ο κόσμος και περίμενα να βγει από κάπου μια ουρά από γριές που θα μου έπρηζαν τα συκώτια γιατί έρχονταν με τα δεκαχίλιαρα της σύνταξης. Σχεδόν μου έλειπαν τώρα όλα αυτά. Πως γύρισαν έτσι τούμπα όλα;

    Το μιλένιουμ είχε ξεκινήσει όπως κάθε χρονιά, προς μεγάλη απογοήτευση και κρυφή λαχτάρα μερικών. Ό,τι τσιρίδα υπήρχε για την αποκάλυψη, τον ερχομό του σατανά, των εξωγήινων, και την επανάσταση των μηχανών έσβηνε μίζερα όσο περνούσαν οι μέρες και η απόλυτη καταστροφή δεν έλεγε να φανεί. Ακόμα τουλάχιστον. Γιατί τα πρώτα αεροπλάνα που έπεσαν εν πτήσει σε Νότιο Αφρική και Ινδονησία εμφανίστηκαν τέλη Γενάρη, όμως “ντάξει” είπαμε, “τεχνικά προβλήματα”. Και όταν έφευγαν οι πύραυλοι κατά λάθος πάνω σε ιρακινές πόλεις, “ε τι να κάνεις” έλεγες, “τεχνικό πρόβλημα πάλι”. Μόνο όταν έγινε το μπραφ με τις καταθέσεις έτρεχαν όλοι σαν ακέφαλα κοτόπουλα. Θα με πουν και κυνική τα πιτσιρίκια που δεν τα πρόλαβαν αυτά, μα σαν το ζούσες ήταν ξεκάθαρο πως ο κόσμος είχε κρεμάσει από ένα ψηφίο ενός υπολογιστή όλα τα όνειρα και τις ελπίδες του για το αύριο. Ένα αύριο που δεν έλεγε και πολλά πλέον μπροστά σε εκατομμύρια ταυτόχρονες προσωπικές χρεωκοπίες. Μετά έσκασαν και οι αντιδραστήρες στην Ιταλία από μία αστοχία του συστήματος και το αύριο ψόφησε επισήμως. Ένα αύριο που μας έλεγαν πως θα ‘φερνε τα πάντα, από το φάρμακο του καρκίνου μέχρι ολόκληρη τη μουσική της Μπρίτνει σε ένα τόσο δα δισκάκι. Από τα ιπτάμενα αμάξια ως το υπόγειο μετρό της Αθήνας. Από τις τεράστιες οθόνες τηλεόρασης στο σπίτι μέχρι την γιγάντια ψηφιακή λεωφόρο της πληροφορίας ονόματι ΙΝΤΕΡΝΕΤ. Σήμερα όλα αυτά μοιάζουν κουλά, όμως το σάστισμα τότε στα πρόσωπα των ανθρώπων από την προδοσία του ονείρου δεν έλεγε να σβήσει. Μέχρι τα μέσα Φλεβάρη βαρούσαν τα κανόνια της τρέλας αδιάκοπα. Όσοι προνόησαν έγιναν μπουχός υπό τον φόβο του νέου Τσέρνομπιλ για να μείνουν οι υπόλοιποι να ξεσκιστούν με τις σάρκες τους. Μαγαζιά, υπηρεσίες, γραφεία, όλα έπαψαν να έχουν ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης μπροστά στην επικείμενη καταστροφή. Το μόνο που έβλεπες πια στη γύρα ήταν λουκέτα, κορμιά ξεφουσκωμένα από τις βουτιές πολυόροφων κτιρίων, και μερικές σκιές ανθρώπων που απέμειναν να περιφέρονται σαν αγρίμια παριστάνοντας πως ζουν. Ίσως για αυτό έπαιζε συνέχεια διαφημίσεις και άσχετες μαλακίες η τηλεόραση εκείνες τις ημέρες, ήταν το τελευταίο χρήσιμο πράγμα που μπορούσαν δείξουν σε ανθρώπους που ετοιμάζονταν για το γκραν φινάλε.

    Όμως το γκραν φινάλε δεν ήταν τόσο απτό για εμένα. Όλοι είχαν προαποφασίσει ότι αυτό ήταν το τέλος, αλλά αυτός ο πανικός μού φαινόταν περισσότερο σαν μια ελαφρά λιγότερο ρηχή εκδοχή της αυτοσυντήρησης που προϋπήρχε. Δεν με έπειθαν οι άνθρωποι που ούρλιαζαν ότι διαλύθηκε ο κόσμος απλά και μόνο επειδή είχε καταστραφεί ο κόσμος τους. Γιατί όπως η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μία μέρα, έτσι και οι ψευδαισθήσεις τους δεν γκρεμίστηκαν εν μία νυκτί. Θέλω να πω, εκείνη την περίοδο στα Ντία είχαν κρεμάσει προωθητικά πανό με το νέο σλόγκαν που έτρεχε παντού τον τελευταίο καιρό πριν τα πράγματα αλλάξουν. Έγραφαν τη φράση “ΕΤΟΙΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ” με μεγάλα λευκά γράμματα που απλωνόταν έτσι θορυβώδη και γελοία χωρίς κάποιο ιδιαίτερο νόημα όσο τα πάντα διαλύονταν. Σε ποιο μέλλον ακριβώς αναφερόταν; Το μέλλον γενικότερα, σαν έννοια του χωροχρόνου; Δεν θα το είχαν φιλοσοφήσει τόσο. Μήπως το μέλλον της ανθρωπότητας από εδώ και πέρα; Δεν θα χολόσκαγα για αυτό, με τόσους φραγκάτους και βυσματίες που μας είχαν ήδη κουνήσει το μαντήλι από κάθε είδους καταφύγιο ήμασταν ασφαλείς από την εξαφάνιση του είδους, οπότε σε δέκα χρονάκια όλα θα ήταν όπως πριν με την Ρούλα Κορομηλά πρωθυπουργό. Κατά πάσα πιθανότητα το σλόγκαν εννοούσε εκείνο το μέλλον με τα ιπτάμενα αμάξια και το ίντερνετ. Το μέλλον που μόνο ένας βλάκας θα πίστευε ότι θα προλάβαινε να το ζήσει (και ναι, οι άνθρωποι το πίστευαν αυτό). Το μέλλον που όπως μας το υποσχέθηκαν έτσι το πήραν και πίσω.



    Μείναμε εν ολίγοις σαν τα καβούρια στον κουβά, να τραβάμε ο ένας τον άλλο όλο και πιο κάτω. Δεν ήταν ζωή, ούτε επιβίωση το έλεγες όμως- λειτουργούσαμε περισσότερο σαν βιορομπότ με κατάθλιψη. Μα εμένα προσωπικά δεν μου καθόταν και τόσο άσχημα αυτό εκείνη τη στιγμή. “Δες εμένα”, έλεγα, “εικοσιεννιά έφτασα και δεν κατάφερα τίποτα για να το περηφανεύομαι, πίνω ληγμένο μούφα μίλκο και κρυφοχαίρομαι που ο κόσμος τελειώνει γιατί κάθε μέρα μού ήταν ούτως ή άλλως αφόρητη, πόσο καλό να ήταν τελικά το μέλλον για κάποια σαν εμένα;”. Σήμερα βγάζει μάτι η άρνηση κάθε μορφής πραγματικότητας σε αυτό τον συλλογισμό, μα εκείνη τη στιγμή είχα καταλήξει στην λύτρωση. Με καθησύχαζε πλέον η σκέψη του τέλους, επειδή θα έμπαινε επιτέλους κάποιο φράγμα στον ατέρμονα βρόχο που έτρεχε αμείλικτο εις βάρος μου. “Επιτέλους”, έκανα στον εαυτό μου, “να ησυχάσουμε μια κι έξω”. Έκανα γύρους στην καρέκλα του ταμείου σαν να ήμουν στο λούνα παρκ και κατέβαζα τα πλαστικά μπουκάλια ξεροσφύρι, πείθοντας με όλο και περισσότερο πως άπαξ και πάνε όλα στο διάολο, το μαρτύριο μου τελείωσε.

    Η δόνηση του έρικσον μέσα από το μπουφάν έκοψε το ανέμελο στριφογύρισμα γύρω από τις αποψάρες μου. Πάλι αναβόσβηνε το “Μαμά” στην οθόνη, αλλά στο σημείο που είχα φτάσει πνευματικά δεν είχα καμία όρεξη να κάνω εκπτώσεις ή να δίνω εξηγήσεις. Αλλά συνέχιζε από μόνος του να τρέχει ο διάλογος σαν σενάριο μέσα στο κεφάλι μου.

    “Δεν σε καταλαβαίνω. Συνεχίζεις να κάνεις την αναίσθητη; Ακόμα και τώρα; Ποιον προσπαθείς να πείσεις πια, ρε Όλγα; Εμένα; Αφού ξέρω ότι έχεις αγριέψει”.

Ναι, η αλήθεια είναι ότι αγριεύω με τέτοιες μπαρούφες.

”Άκρη δεν βγάζει άνθρωπος μαζί σου. Αρνείσαι κάτι που βλέπουμε ξεκάθαρα και οι δύο”.

    Το ίδιο λέμε, κοίτα να δεις που τελικά μοιάζουμε εμείς οι δύο, ε; Αλλά να μου πεις, άμα δεν έμοιαζα σε εσένα, σε ποιον;

“Με αδικείς τόσο πολύ με τα συμπεράσματα που βγάζεις μόνο και μόνο από τον θυμό σου”.

Ε και; Πειράχτηκες;

”Γιατί κουβαλάς θυμό για εμένα, Όλγα; Μπορείς να μου πεις; Φωναχτά, να σε ακούσω.”.

Δεν έχω ώρα για τέτοια, μάνα, έχω να απολαύσω τις μέρες που μου μένουν όπως πρέπει.

“Πόσο πιστεύεις ότι θα τραβήξει αυτό; Πότε θα αρχίσεις να κοιτάς πάλι το μέλλον σου, Όλγα;”.

Ποιο μέλλον μωρέ τώρα, δουλευόμαστε;

-Γιατί μιλάς μόνη σου, κυρία;

    Γλίστρησα σχεδόν απ’ την καρέκλα. Τέτοια τρομάρα δεν την είχα ξανανιώσει. Κρατήθηκα από τον πάγκο να σηκωθώ αργά αργά με την καρδιά μου στο στομάχι για να αντικρύσω ένα τόσο δα κοριτσάκι με κοτσίδες να στέκεται πιο πέρα μισοφοβισμένο. Δεν ήταν πάνω από εννέα χρονών αν κρίνω από το σουλούπι και το παιδιάστικο φουστανάκι που φορούσε κάτω από αυτό το φουσκωτό μωβ μπουφάν του.

-Γιατί είσαι εδώ; Που είναι οι δικοί σου;

-Εδώ είναι, έλα! Αλλά μου είπε η μαμά μου να μη μιλάω με αγνώστους!

    Αυτό δεν μου έβγαζε κανένα νόημα, φυσικά. Όπως δεν έβγαζε νόημα να βρίσκεται ένα παιδί μόνο του σε ένα ρημαγμένο Ντία με τον ήλιο έξω να έχει πέσει. Ρώτησα το όνομα του κοριτσιού, τίποτα. Ξαναρώτησα, μου έκρυβε το απορημένο του μουτράκι πίσω από τα κοτσιδάκια του προσπαθώντας να μιμηθεί την στάση μου περιπαικτικά με τα χέρια στη μέση.

-Εγώ είμαι η Όλγα, δουλεύω εδώ. Εσύ;

    Έκανε ότι πάει κάτι να αρθρώσει και γύρισε με μιας τρέχοντας προς το βάθος. Σάστισα σκεπτόμενη πως θα φαινόμουν σε κάποιον που θα δει μια μαντράχαλη να κυνηγά ένα πιτσιρίκι εδώ μέσα. Θύμησα μετά στον εαυτό, βέβαια, ότι μάλλον κανείς δεν θα μείνει για να ζήσει το τέλος του μήνα οπότε δεν θα μου ‘μενε για πολύ η ρετσινιά της τρελής. Έτρεχα με τα φώτα στο ταβάνι να παίζουν χασαποσέρβικο και με κάθε βήμα κατάπινα τον εμετό μου. Η μικρή τελικά με λυπήθηκε και πάτησε φρένο περιμένοντας με στο τέλος του πιο δεξιού διαδρόμου, αφήνοντας επίτηδες ένα μανίκι να εξέχει. Πλησίασα με ένα πέτρινο χαμόγελο να κοιτάξω φευγαλέα την περίεργη χαριτωμενιά που είχαν οι καστανόξανθες τούφες της- αυτές που δεν κάθονταν με τίποτα να τις πιάσεις σε κοτσίδες ούτε σε εμένα. Παρά την αμηχανία μου το κορίτσι στεκόταν ατάραχο και ανέκφραστο σαν να το είχα βάλει τιμωρία. Ρώτησα πάλι το όνομα του. Ξεγλιστρά και αρχίζει άλλο ένα κατοστάρι τσιρίζοντας μου κάτι κάνοντας ζιγκ ζαγκ στους διαδρόμους.

-Μάλλον πρέπει να το σηκώσεις!

    Το έρικσον μού έριχνε σουβλιές στο μπούτι. Πάλι ήταν το “Μαμά” μα δεν μου περίσσευε χρόνος για το “Μαμά” εκείνη τη στιγμή. Είχα να μαζεψω τα πνευμόνια μου από τα πατώματα γιατί αυτό το διαβολάκι κάλπαζε σαν τον Κεντέρη. Την πρόφτασα τελικά την μικρή στον διάδρομο με τα προϊόντα της ημέρας και την γράπωσα σφιχτά από τους ώμους. Το διαβολάκι τσίριζε και χτυπούσε τα πόδια κάτω από τον πόνο. Τα χέρια μου είχαν ξεσυνηθίσει τόσο καιρό τους άλλους ανθρώπους.

-Έι, κυρία, μου θύμωσες; Αφού παίζαμε.

-Δεν είμαι για να παίζω τώρα, πήγαινε σε παρακαλώ στη μαμά σου.

-Μα σου είπα. Εδώ είναι η μαμά μου.

-Που “εδώ”;

    Με ένα δαχτυλάκι να εξέχει από το μανίκι μού έδειχνε το απέναντι μεσαίο ράφι στο τέλος του διαδρόμου. Μου έκανε νόημα μη βγάλω άχνα και την ακολούθησα στις μύτες. Όταν πλησιάσαμε και μάθανε τα μάτια μου στο σκοτάδι είδα πάνω στο άδειο ράφι χωμένη μια γυναίκα. Τα είχε πατημένα τα εξήντα και φορούσε μια χιλιοτρυπημένη μαύρη νυχτικιά. Από τα κοντά καστανόξανθα μαλλιά της ως τα νύχια της, παντού είχαν κολλήσει νιφάδες πάγου σαν να την είχαν βρει μέσα στο χιόνι. Το πρόσωπο της με τα μάτια κλειστά κουβαλούσε ένα βάσανο που πήγαζε από το ταλαιπωρημένο της μεσόφρυδο. Με έπιασε μια μαλακία να ακολουθήσω με τα δάχτυλα τα ρυάκια πάγου που είχαν γεμίσει τις χαρακιές στο δέρμα της, μα το κορμί της ήταν τόσο σκληρό στο άγγιγμα που πετάχτηκα αμέσως πίσω. Περισσότερο έμοιαζε με κούκλα από πορσελάνη παρά με άνθρωπο πλέον.

-Κυρία Όλγα; Είσαι καλά;

    Ό,τι γάλα κατέβασα, το ξέρασα. Έπνιξαν το κορμί μου οι ανατριχίλες και έτρεμαν τα δόντια μου αφήνοντας κοφτά χνώτα μπροστά από το φως των ψυγείων. Είχα δεν είχα την τρόμαξα την μικρή για τα καλά και τραβήχτηκε πέντε βήματα πίσω όσο εγώ τρελαινόμουν και προσπαθούσα να ξεθολώσω τα μάτια μου από το ρίγος.

-Γιατί είναι εδώ;

-Κανένας δεν την ήθελε. Κανένας δεν την πήρε.

    Δεν έδωσα σημασία. Έκανα κίνηση να βγάλω το κινητό για να πάρω το εκατό, μα το χαώδες βουητό της ΟΤΕ έκανε αντίλαλο στον διάδρομο πριν ακόμα το ακουμπήσω το ακουστικό στο αφτί.

-Ποιος την έβαλε εδώ;

    Με κοίταζε. Ξαναρώτησα. Μισάνοιξε το κάτω χείλος. Την έπιασα πάλι από τους ώμους και έβγαλε μια πνιχτή κραυγή απ’ την αγαρμποσύνη μου. Άρχισε να μυξοκλαίει και να λύνεται στα χέρια μου. Εκεί κάπου έσπασα με την σειρά μου και απομακρύνθηκα σαν δαρμένη γιατί έτσι όπως είχα γίνει η μικρή πήγαινε να μου μείνει στα χέρια. Κάθισα στο πάτωμα κοιτώντας την από μακριά να σκουπίζει τα δάκρυα της, να φτιάχνει τις κοτσίδες της, και να ισιώνει από το τρακ της το φορεματάκι μέσα από το μπουφάν. Που και που μέσα στις παύσεις μού πετούσε αποσπάσματα από κουβέντες που μου φαίνονταν γνώριμες, αλλά χωρίς ειρμό, περιμένοντας να θυμηθώ τις απαντήσεις που είχα δώσει σε κάθε μία από τις συζητήσεις. Το ένιωθα ότι θα έσκαγαν τα μέσα μου ανά πάσα στιγμή. Τα μυαλά μου ήταν στα κόκκινα. Είχα καταλάβει, μα δεν ήθελα να το δεχτώ.

    “Μα πως;” έλεγα ξανά και ξανά. Δεν γινόταν να τα ζω αυτά. Σκεφτόμουν ότι μάλλον αυτό ήταν, τελικά είχαμε περάσει επίσημα στο αύριο. Ίσως αυτό να ήταν το τέρμα του κόσμου και του χρόνου που είχα στη διάθεση μου. Απλά αντί για σύννεφα ή καζάνια με φλόγες ήμουνα μέσα σε ένα Ντία με ένα κοριτσάκι και μια νεκρή. Ταιριαστό; Δεν θα το έλεγα. Συμβολικό ίσως, και διόλου διακριτικό. Για αυτό και είχε μπουκώσει το κεφάλι μου απ’ τα νεύρα. Δεν μπορούσα να χωνέψω τι ένιωθα και τι έβλεπα. Και όλο αυτό δηλαδή τι σκοπό είχε; Να με κάνει να νιώσω τύψεις; Να με βοηθήσει; Μα πως; Τόσα ερωτηματικά κρέμονταν πάνω από το κεφάλι μου και η αβεβαιότητα με είχε λιώσει. Πάλι καλά που βρήκε θάρρος να με ξεκολλήσει η μικρή από το πάτωμα.

-Μα πως δεν την αναγνώρισες ακόμα;

-Μια χαρά την αναγνώρισα.

-Είσαι σίγουρη, κυρία Όλγα;

-Εσύ τι λες;

-Ό,τι μου λες και εσύ.

-Πρέπει να βγούμε από εδώ, μικρή. Δεν γίνεται να την βγάλουμε έτσι. Ακόμα και τώρα, που όλα πάνε κατά διαόλου.

-Με θες αλήθεια να έρθω μαζί σου;

-Δεν ξέρω. Ίσως θέλω, ίσως πρέπει.

    Το έρικσον άρχισε πάλι να ουρλιάζει παραπέρα. Μισοφώτιζε πάλι το “Μαμά” με μικρές νιφάδες να γεμίζουν τα σπασίματα επάνω του. Το κοριτσάκι έσκυψε και μού το έβαλε στην παλάμη ανέκφραστο. Το απάντησα. Περίμενα για μία αιωνιότητα που χωρούσε σε μια στιγμή. “Ναι; Μάνα;”. Εν τέλει τσίριξε ο ίδιος μπερδεμένος στατικός θόρυβος, και εγώ περίμενα μέσα από τους βόμβους τον τσιγαρόβηχα της πριν αρχίσει την κλάψα της που την ξέχασα. Να της πω επιτέλους ότι ήμουν εδώ, ήμουν καλά, και ότι ίσως να μην τελειώνει ο κόσμος τελικά. Ίσως, κάπου, κάπως, να μπορέσει να χωρέσει και λίγο μέλλον.

-Δηλαδή είμαστε έτοιμες πια, κυρία Όλγα;

-Έτοιμες για ποιο πράγμα;

Μου έδειχνε με το δάχτυλο ένα διαφημιστικό που κρεμόταν από το ταβάνι.

-Έτοιμες για το μέλλον.

    Δεν την πρόλαβα προφανώς την φωνή της μάνας στην άλλη άκρη της γραμμής. Κατέβασα το ακουστικό και πέταξα το κινητό αδύναμα πάνω στο ράφι με την γυναίκα για να βγάλει εκεί πάνω τον επιθανάτιο ρόγχο του. Αυτό, ναι, μου φάνηκε κομματάκι ταιριαστό.

-Μπα, δεν είμαστε. Αλλά μάλλον δεν πειράζει.

-Μα. Φοβάμαι.

-Και εγώ φοβάμαι εδώ μέσα.

-Και πότε θα γυρίσουμε πίσω; Τότε που ήταν όλα κανονικά;

-Ίσως να μην υπάρχει πλέον το “κανονικά”. Θα δούμε. Προς το παρόν, σήκω.

-Εσύ ξέρεις καλύτερα, κυρία.

-Κεριά.

    Μια στερνή ματιά έριξε η μικρή στο ράφι με το έρικσον και βγήκαμε από το πλάι με τη παλάμη της χωμένη και χαμένη κάπου μέσα στη δική μου. Το ρολόι έδειχνε περασμένες εννιά και ο ουρανός είχε μελανιάσει απ’ τα σύννεφα που κοσκίνιζαν με χιόνι την πλάση. Έβαλα τα χέρι μου με το δικό της στη τσέπη του άθλιου μωβ μπουφάν και σηκώσαμε τις κουκούλες μας μπας και γλιτώσουμε το κρύο στον δρόμο για το σπίτι. Δεν θυμάμαι πόση ώρα περπατούσαμε καμπουριασμένα κάπου ανάμεσα στο λευκό και το γκρίζο. Μόνο ότι είχαμε πάρει τον πιο μακρύ δρόμο της επιστροφής. Έτσι, σαν τιμωρία περίπου.

    Ήταν το πιο πικρό μου βάσανο η σκέψη ότι δεν θα ακούσω ποτέ ξανά την αλμύρα στην φωνή της μάνας μου. Δεν σκέφτηκα ποτέ τέτοιο ενδεχόμενο. Πάντα είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι θα βρει τρόπο να αψηφήσει οποιονδήποτε κανόνα, μόνο και μόνο για να μπορέσει να με έχει έγνοια. Επιστημονική φαντασία όλα αυτά, εν τέλει. Φαίνεται κρατιόμουν και εγώ τόσο καιρό από τις ψευδαισθήσεις μου για να με τσούζει μέχρι και τώρα. Κι αν τελικά πέθανε, θα έφυγε με αυτή την έγνοια στα στερνά της, το πιστεύω. “Κοίτα με τώρα”, με πιάνω να λέω που και που, “την απέφευγα μέχρι να την κλάψω”. Ως τότε το μόνο που επεξεργαζόμουν μέσα μου ήταν το τι θα έλεγα όταν θα με ρωτούσαν για εκείνη, για να απαντώ ξερά ότι “χαθήκαμε”. Ποια χάθηκε πρώτη τώρα, σιγά, λεπτομέρειες, θα έλεγα. Ακόμα βέβαια ότι “χαθήκαμε” απαντώ όταν προκύψει πάνω στην κουβέντα σήμερα. Δεν μπορώ να μιλήσω, βουλιάζω από τις τύψεις. Δεν βγαίνουν οι σωστές οι λέξεις πλέον ούτε με το ζόρι.

    Φυσικά και γύρεψα να την βρω. Αλίμονο, με τα χρόνια που έρχονταν καταπάνω μου, έπρεπε να απασχολήσω με κάτι το κεφάλι μου για να μην τρελαθώ. Αλλά ήξερα πως δεν το είχα μέσα μου το θάρρος για να ξύσω παλιές πληγές και ήλπιζα κρυφά να μην την βρω ποτέ. Ίσως γιατί δεν έσβησε μέχρι και σήμερα από μέσα μου το παράπονο που το τέλος του κόσμου δεν ήρθε τελικά. Ίσως γιατί το χειρότερο που θα μπορούσε να γίνει εν τέλει για εμένα και εκείνη ήταν η αναβολή της αποκάλυψης. Και αυτό το νιώθω να μου πέφτει βαρύ πάνω στους ώμους μέχρι και σήμερα. Να δικαιολογήσω για τι άξιζε τελικά να μείνω πίσω, είτε σαν τιμωρία, είτε σαν τύχη, προσπαθώντας να με πείσω ότι κάτι θα έχει μείνει για να κάνω με το μέλλον που περίσσεψε.




A bitter homage to the future that would never come.

30.1.21

10%


ανασαίνω κάπου ανάμεσα στις παύσεις των δεικτών
λογαριάζω με τα δάχτυλα τα χρόνια που μου μένουν
(και δεν βγαίνουν)
όσο λιώνω στο κουτί μου από τσιμέντο
κουβαλάω ενοχές
από εποχές που δεν τις πρόλαβα
και δίπλωσαν οι ώμοι απ' το βάρος
σαν να ήτανε καρέκλες θερινού
οι μέρες τρέχουν
και δεν πιάνω πια το τέμπο
ξεφορτίζει το μυαλό μου πια στα 10%
με τα χέρια στα πλευρά σπάω το στέρνο μου
και ανοίγομαι στον κόσμο παίζοντας ακορντεόν
ρεστ ιν πάουερ στον ΝΤΟΥΜ
και σε όλους όσους έκαναν τον κόσμο υποφερτό
έστω για λίγο


ένας μήνας που κοντεύει να κρατήσει έναν χρόνο

<Snoh Aalegra - All I Have>

20.11.20

*κλικ*


είχα καιρό για ντεϊντρίμινγκ να σε δω
σ' ένα μπαρ ή σούπερ μάρκετ ξέρω 'γω τώρα τυχαία
χαλαρός βαριεστημένος δήθεν απασχολημένος
να με χαίρεσαι
να σ' εντυπωσιάσω
να σου πω πως όλα παν' καλά
και να το εννοώ
ή πως τραβάω τα μυαλά μου και τα στρίβω
μέχρι ν' ακουστεί το *κλικ*
ή πως νιώθω ότι πεθαίνω με την κάθε εποχή
όσο πέφτουνε τα φύλλα απ' τα κλαδιά που 'χω για χέρια
κι όσο φεύγω να κοιτάς κι εσύ κρυφά προς τη μεριά μου
να σε κάνω να με θες σαν να 'μουν κάτι στη ζωή σου
μα κι εγώ τώρα στη θέση σου
ε μάλλον στο μουνί μου θα με έγραφα



-geia ;p
-dεn mporω twra... trο0 enα k0urαsαn χΔ
-ti geyshhhhhh??????  :-O
-filα mε nα deιs................  :-$$


<Sabrina Claudio - Wait>

26.9.20

απ' έξω


η μάνα μου κοιτάζει με παράπονο
πως του 'μοιασα μου λέει
απ' τη φάτσα ως τη φωνή του
φέικ ντιπ και ντιπφέικς
κουβαλώ την αηδία στη ματιά της
και γυρνώ όλη τη πόλη με το πόδι
προσπερνώντας αγενείς περαστικούς
με καθρέφτη αντί για μούτρα
βλέπεις άδειασε η κόλαση
και βγήκαν παγανιά οι φτωχοδιάβολοι
που σκάβουν με τα νύχια το κεφάλι μου
κι ουρλιάζω για το σπίτι με τα χέρια τεντωμένα
να την πιάσω
μήπως κάνει μακροβούτι καμιά μέρα απ' το μπαλκόνι
γιατί έμαθα απ' έξω τους λυγμούς της
 

-Μαμάαα; Μαμάκααα; Θέλω να γίνω ποιητής.
-Ναι παιδί μου θα σε κάνω.


<Brent Faiyaz - Target On My Chest>

4.4.20

Αισθητήρες


Λοιπόν εεε... "κόμμονάλεξ_", "Κόμμον Άλεξ", "κΟμΜοΝ άΛεΞ"..;
 Το ίδιο είναι, όπως βολεύεσαι, δεν μου πέφτει λόγος. Το κόμμονάλεξ_ εδώ χρησιμεύει ως γιούζερνεϊμ και ψευδώνυμο μαζί, μιας και τα βαφτιστικά μοιάζουν ξεπερασμένα για τον σκοπό τους. Ένα όνομα που σου δόθηκε μια μέρα στο έτσι χωρίς επιλογή δεν μπορεί να αντικατοπτρίζει τι κουμάσι είσαι σήμερα, και οι άνθρωποι το καταλαβαίνουν αυτό σιγά σιγά. Θέλω να πω, πόσοι σε αναγνωρίζουν σήμερα με το όνομα που κονόμησες απ’ τη γιαγιά ή τον παππού και πόσοι σε έχουν στο μυαλό τους σαν τον tzimhs_motorhead13 τον τρελάκια που ανεβάζει κάθε μέρα αυτές τις μαλακίες για στόρι και σκιπάρουν μέχρι και οι πρώην; Πόσοι ξέρουν τον Μπρους και πόσοι τον Μπάτμαν; Πόσοι τον Ανδρέα και πόσοι τον Εθνικό Σταρ;

Πως και προέκυψε μια ποιητική συλλογή- ξές τώρα- ζώντας και αναπνεόντας στο <<βάλε τρέχον έτος εδώ>>; Δηλαδή, τι σκατά;
 Εδώ έχεις ένα δίκιο και σε νιώθω (γέλια). Ξέρω καλά πόσο κρίντζι, χαζά και μίζερα είναι τα poetry slams, πόση δηθενιά κρύβεται στα χάικου στο φβ της θείας σου και πόσο κουραστικές είναι οι αράδες χωρίς ίχνος μπέισικ συνοχής παρά μόνο μπόλικα έντερ στην μέση κάθε πρότασης (ξεκαρδίσματα). Για αυτό προσπάθησα να μην υπάρχει στίχος άνευ λόγου. Έμεινε μόνο ό,τι ήθελα να επικοινωνήσω όσο γίνεται πιο διάφανα και λιγότερο φλύαρα για να πείσω πως ό,τι έκανα νόημα και θέση (απίστευτα χωρατά, δεν αφήσαμε άντερο που λένε, τώρα ψέλνει ο παπάς και μας πετάνε χώμα γιατί πεθάναμε απ’ τα πολλά τα χωρατά).

Μμμ, ακούγεσαι κομματάκι ενοχικός. Σαν να ντρεπόσουν να κάνεις κάτι τέτοιο. Γιατί έτσι ρε κοινέαλέκο_;
 Ήταν το πιο φυσικό που μου ‘βγαινε να κάνω σαν μια ολοκληρωμένη δουλειά. Η πρόζα και τα διηγήματα είναι καλούτσικα, οκ, όμως πάντα πρέπει να κρύβω αυτά που θέλω να πω πίσω από μια αρκετά πΙαΣάΡιΚη ιστοριούλα που θα αξίζει αρκετά ώστε να μπει κανείς στον κόπο να την διαβάσει- έστω για τα εσθέτικζ. Με την ποίηση κόβω απ’ τη μία τον μεσάζοντα κι απ’ την άλλη έρχομαι πιο κοντά στο φόρματ τέχνης που προτιμώ περισσότερο, τα άλμπουμ. Χρησιμοποίησα μια προσέγγιση σαν να γράφω τον “δίσκο” μου, είτε ακολουθώντας συχνά κάποιο μπιτ στο μυαλό μου είτε σχεδιάζοντας τη δομή αυτών που σκόπευα να αποτυπώσω. Έτσι η συλλογή αποτελείται τελικά από 12 ”κομμάτια”- αρκετά για να περάσει μια αίσθηση (ή κάποιο ψήγμα κατάστασης) χωρίς να κουράζει. Ξέρω με τι αντοχές έχω να κάνω. Δεν θέλω να αγγαρέψω. Θέλω να συνομιλήσω με κάποιον τόσο όσο χρειαστεί για να πιάσει κάπως καλύτερα τα μυαλά που κουβαλάω.


Πολύ ψαγμένο αυτό, μαν μου. Ό,τι πρέπει για να μπουν οι Αισθητήρες στα κείμενα β' λυκείου του μέλλοντος μαζί με τον Δεγαμινιώτη, την Λένα Μαντά και τον τύπο που απήγγειλε τα τρελά αεροπλάνα στον Τσουκαλά.
 Δεν τρέφω αυταπάτες, οι Αισθητήρες δεν πρόκειται να "μπουν" πουθενά. Όχι ότι δεν το ‘θελα, κατά μια έννοια. Ήταν να εκτυπώσω 40 αντίτυπα σαν τσάπμπουκ και να τα δίνω τζαμπέ σε όποια ταλαίπωρη ψυχή θα ‘θελε, μα ο κόσμος μετετράπη σε ένα τεράστιο κατανεμημένο δυστοπικό φέιμ στόρυ χωρίς δωμάτιο επικοινωνίας ή Μικρούτσικο αλλά κραυγές στα μπαλκόνια και ανθρώπους να σπαμάρουν 24/7 ότι όλοι θα πεθάνουμε. Δεν μου πήρε πολύ να καταλάβω μέσα από τις συγκυρίες ότι κάτι τέτοιο δεν θα ταίριαζε στους Αισθητήρες έτσι και αλλιώς. Είναι ένα προϊόν του ίντερνετ και της απομόνωσης, δεν μπορεί να παίξει εκτός έδρας. Αυτή η διαπίστωση διαλύει από μόνη της όποιο υποδόριο ψώνιο είχα να δω τις μαλακίες μου τυπωμένες για να πιάνουν σκόνη στις βιβλιοθήκες ώστε να καμώνομαι μετά πόσο συγγραφέας είμαι.

Κοίτα από τη μία βγάζει νόημα αυτό που λες όμως στο πούτσο μας μωρέ μα-λά-κα τράβα βρες καμιά δουλειά που μου θες και βιβλίο άντε μαλάκα ε μαλάκα.
 Προσπαθώ τόσο πολύ να μην περάσω ως κάποιο κυνικό τσογλανάκι που και κάνει τον ξερόλα για να δειχθεί. Αλήθεια. Όμως, καταλαβαίνω πόσο μπορεί να "αξίζει" ένα μάτσο ποιήματα αυτή τη στιγμή (σπόιλερ: λίγο λιγότερο απ’ το τίποτα). Ο Ντεμπόρ είχε γράψει ότι μορφές έκφρασης όπως η ποίηση είναι καταδικασμένες, κάτι που κατανοώ και συμμερίζομαι. Παρόλα αυτά δεν σκοπεύω καμία “νεκρανάσταση”- η νοσταλγία είναι μια δειλή προσέγγιση στον φόβο της αβεβαιότητας του σήμερα. Γράφω για το τώρα, ως ένας άνθρωπος που ζει σύγχρονα και τρώει τα σκατά του παρόντος. Κάθε τι άλλο είναι μια άτσαλη τυμβωρυχία που ουρλιάζει “μπούχου μπούχου γεννήθηκα στη λάθος γενιά“, όσες καλές προθέσεις και να ‘χει κανείς.

Και γιατί ν’ ασχοληθεί κάποιος ρε μεγάλε;
 Ξέρω ‘γω;

 Η στείρα έκφραση μόνο και μόνο για την ίδια την έκφραση που συναντάς σε βαρετές εκθέσεις, γλυκανάλατη κλασική λογοτεχνία ή fake deep χαζοτράγουδα πάντοτε με ενοχλούσε και πάντοτε έψαχνα εναλλακτικές που θα προσπερνούσαν τέτοιες μίζερες πίπες για να χαράξω κάποιες χαλαρές γκρίζες παράλληλες με αυτό που ζούσα εγώ.

 Έλα όμως που τέτοιες εναλλακτικές λιγόστεψαν και άρχισε το κάψιμο στο λαιμό μου και το χέρι μου. Δεν μπορούσα πια να νιώσω από άλλους ξενιστές και το “εντάξει μωρέ θα το κάνω εγώ” δεεεν πήγε και πολύ καλά. Έλιωσα. Άρχιζα να αυτολογοκρίνομαι θεωρώντας ότι απέφευγα την δηθενιά και τεμπελιά των “άλλων”. Έπεσα με τα μούτρα στην κυριολεξία μ’ ένα μαλακισμένο σύμπλεγμα τελειομανίας ώστε τα γραπτά μου να μπορούν να αντέξουν στο χρόνο για να μη τα ντρέπομαι αργότερα σαν σαντ φάνφικς κάποιου που χρειάζεται επειγόντως φίλους (και μέχρι σήμερα δεν μπορώ να διαβάσω κάτι που έγραψα χωρίς να νιώσω ότι με κλώτσησαν στ’ αρχίδια).

 Έχω ξεσυνηθίσει να μιλώ για αυτό που με καταναλώνει με τον φόβο ότι θα φανώ τετριμμένος. Έχω χάσει τις λέξεις για να με εκφράσω και δεν μπορώ να νιώσω τίποτα πια γύρω μου. Αλλά τώρα το φτιάχνω κάπως, αλήθεια. Καταλαβαίνω πλέον πόσο μάταια έψαχνα μόντες για να συνδεθώ πάλι με τον κόσμο μέχρι να προκύψουν οι Αισθητήρες για να με βοηθήσουν. Για να θυμηθώ ξανά την ανθρωπιά μου και να την αγκαλιάσω. Για να δείξω την φθορά που μου προξένησε η αποσύνδεση. Για να εξετάσω μία δεύτερη φορά όσα φουντώνουν την αντίδραση, την δυσθυμία, την καύλα και την δημιουργικότητα μέσα μου.

 Αυτή είναι η αφετηρία για κάτι που είχε ήδη τερματίσει.

 Αυτές είναι οι μετρήσεις που έλαβα ως τώρα απ’ τους νέους Αισθητήρες μου.


Όνλαϊν εσθέτικς διάβασμα στο commonsensors.github.io
pdf για τους μερακλήδες στα ελληνικά εδώ
pdf για τα ιντερνάσιοναλ μωράκια στα εγγλέζικα εδώ


ναι πήρα συνέντευξη από τον εαυτό μου τι θες τώρα

τουλάχιστον δεν πήγα αρναούτογλου

17.7.18

Βένους 3000



    Δεν είναι η μέρα μου σήμερα. Μία το κινητό που δεν χτύπησε, μία η αργοπορία του πλοίου ως την εξέδρα και μία η Έμιλι που την είδα (και με είδε που την είδα) όσο πήγαινα να κλέψω την σειρά από έναν μεξικάνο στη καντίνα. Και δεν με χαιρέτησε και σάντουιτς δεν πήρα.

    Δεν ξέρω γιατί την χαιρέτησα, ούτε εγώ ήμουν στα καλά μου ούτε εκείνη φαινόταν πρόθυμη. Θα μπορούσα να κάνω πως περιεργάζομαι την ανέμπνευστη επένδυση στη πλάτη της μπροστινής θέσης ή να παρατηρώ δήθεν γεμάτος θαυμασμό τον Ειρηνικό την ώρα που περνούσε για να κάτσει μπροστά. Θα μπορούσα. Αλλά με έτρωγε ο κώλος μου να μάθω από που κι ως που βρέθηκε αυτή εδώ και μάλιστα στις πρώτες θέσεις. Και θα την ρωτούσα αν δεν με έκοβε η ειδοποίηση για μέιλ ακολουθούμενη από την τυπική γκρίνια της αεροσυνοδού για να κλείσουμε τις συσκευές.

“Υπενθύμιση ε.

Φρόντισε να αλλάξεις υφάκι και να στείλεις υλικό της προκοπής αυτή τη φορά, αλλιώς θα έχουμε τρεχάματα και δεν σας βλέπω καλά. Αρκετή υπομονή κάναμε.

Εύη, Assistant Manager”.

    Απλή, περιεκτική και αντιπαθητική όπως πάντα η ασσίσταντ η μάνατζερ που λείπουν όλοι για καλοκαίρι και την άφησαν να λύνει και να δένει. Δεν την αδικώ και τελείως, αλλά και εκείνη μέχρι πριν λίγο μου ζητούσε “ρεπορτάζ” από καφετέριες και άρθρα για διαφήμιση αντηλιακών και τώρα με στέλνει με το έτσι θέλω στις αποικίες της Αφροδίτης γιατί “έτυχε ο Τζίμης να αρρωστήσει” και άλλες τέτοιες μαλακίες.

    Η Αφροδίτη φαίνεται σαν ένα σκονισμένο τόπι στο παράθυρο όταν μας ξυπνούν οι αεροσυνοδοί. Δεν ξέρω αν αυτό συνηθίζεται ή όχι, αλλά το πλήρωμα σκέφτηκε να ευχηθεί χρόνια πολλά σε όσους είχαν γενέθλια κατά τη τρίμηνη πτήση, κάτι που μια χαρά μου έκατσε μιας και παραλίγο να ξεχάσω ότι πέρασαν της Έμιλι. Ξεκουμπώνω τη ζώνη για να της ευχηθώ από κοντά μα το λυκόπιασμα και η άγρια ματιά της αεροσυνοδού μού αλλάζουν γνώμη. Άσε που είναι κομματάκι δύσκολο να της το παίζω φίλος μετά από ό,τι έγινε, οπότε καλύτερα να κάτσω στα αυγά μου και να ανοίξω τις ειδοποιήσεις για να δω τι έχασα. Μοναδική απώλεια ο γάτος της αδερφής μου. Μικρό το κακό λέω, τόσοι άλλοι παραδίπλα κλαίνε γιατί γνωστοί τους άφησαν χρόνους και εγώ την γλιτώνω με έναν γάτο που γέμιζε τρίχες τις ζακέτες μου. Επιτέλους η τύχη μου χαμογελάει. Για λίγο.

    Γιατί ο γιάπης δίπλα μου παίρνει πρωτοβουλία να μου ανοίξει την κουβέντα για την κόρη του που γέννησε και επειδή εγώ ως γνωστόν ζω για κάτι τέτοια ανέχομαι το βίντεο από το τοκετό που μου δείχνει γεμάτος αμηχανία. Τόση αμηχανία που τα μάτια μου δραπετεύουν και πιάνουν την Έμιλι κλαμένη, να πηγαίνει στη τουαλέτα της πρώτης θέσης (που είναι κολλητά με την αρχή της δικής μου κατηγορίας) για να συνέλθει. Πλησίασα για να ρωτήσω τι συνέβη για να πάρω πίσω μια αδιαφορία όλη δική μου. Και δεν ξέρω αν με ενόχλησε περισσότερο αυτό ή που το βίντεο με τη γέννα έχει άλλα είκοσι λεπτά και εγώ καθόλου θάρρος να του πω να το κόψει.

    Ο πιλότος και η χορταστική τεξανή προφορά του μας εύχονται καλή διαμονή στις αποικίες και μας ευχαριστεί που επιλέξαμε το Βένους 3000 (ναι ουάου), όσο προσπαθώ να κλείσω την φλώρικη κάσκα μέχρι να ακουστεί το κλικ. Κατεβαίνουμε σε μια πορτοκαλί ομίχλη με μερικούς φάρους να λάμπουν με ρυθμό μακρύτερα όπου οι υπεύθυνοι υποδοχης μάς παίρνουν έναν έναν απ’ το χεράκι ώσπου να συνηθίσουμε την διαφορά στην πίεση. Βγάζω την κάσκα πρώτος και αναγκάζομαι να κοινωνικοποιηθώ με μια ευγενική μεσήλικη κυρία που με κρατάει σαν το εγγονάκι της και την ψιλοσέρνω ρωτώντας που πέφτει το ξενοδοχείο γιατί είμαι χώμα και έτοιμος να πεθάνω στον ύπνο.

    Με ξύπνησε απότομα η ειδοποίηση από την Εύη την ασσίσταντ την μάνατζερ που υπογράμμιζε τα προηγούμενα καλά της λόγια για να μην ξεχαστώ μαζί με ένα αναλυτικό πρόγραμμα που, αν διαχειριστώ σωστά τον χρόνο μου, μπορεί να προλάβω και να κατουρήσω ανάμεσα σε τόσες εκδηλώσεις, συνεντεύξεις και προσπάθεια λήψης βίντεο (οι αποικιακές αρχές για κάποιο λόγο που δεν πολυκατάλαβα ήταν εξαιρετικά πρόθυμες να σε ψάξουν για φωτογραφίες και βίντεο που πήρες κατά τη διαμονή σου, κάτι που με κάνει να καταλαβαίνω από τι αρρώστησε ο Τζίμης). Αλλά δεν παραπονιέμαι. Δέκα μερούλες είναι, θα περάσουν.

    Κατεβαίνω, τρώω ακριβώς τρεις μπουκιές και φεύγω ρωτώντας στη ρεσεψιόν κατά που πέφτει η Βίρτσουαλ Πλάζα που έχει συμφωνηθεί το ραντεβού μου με τον θερινό αναπληρωτή υπεύθυνο της νότιας αποικίας. Λένε ότι πέφτει μακριά για ποδαράτο και κάνουν κίνηση να μου καλέσουν όχημα, αλλά αρνούμαι για να μη με γδάρουν πίσω στη δουλειά και παίρνω το τρενάκι. Στη διαδρομή τα μάτια μου ανοίγουν διάπλατα για πρώτη φορά. Ένας έντονα μπλε ουρανός με μουντές πορτοκαλί κηλίδες εδώ και εκεί (αποτέλεσμα του θόλου), κάτι μικρά πολύχρωμα και ψυχεδελικά φτιαγμένα κτίρια γύρω γύρω, τεράστια μνημεία/κίονες/αγάλματα και ένα σχεδόν ατελείωτο πράσινο που καταλήγει σε μερικά σημεία μέχρι την ακτή. Ναι, ακτή όπως λέμε θάλασσα (τεχνητή βέβαια, σαν πισίνα, αλλά και πάλι). Μένω μαλάκας, ασορτί με τους άλλους στο τρενάκι.

    Εμφανώς ενοχλημένος αλλά αρκετά ντροπαλός για να μην πει λέξη, ο Στίβεν Δαγκλής με καλωσορίζει με μια χειραψία πιο σιδερωμένη και από το αψεγάδιαστο αλλά εκτός τόπου και χρόνου κοστούμι του (όχι μόνο είναι ξερακιανός και άχαρος, αλλά επίσης η θερμοκρασία στην αποικία είναι σχεδόν πάντα ρυθμισμένη κάπου ανάμεσα στους 23 και 33 βαθμούς). Φαινόταν σφιχτός στην αρχή αλλά τον καταφέρνω. Τον παίρνω μερικές πόζες και τον ξεπαστρεύω με στανταράκια τύπου πως έφτασε εδώ, πως νιώθει που είναι ένα παιδί θαύμα πίσω στην πατρίδα, τι προσπαθούν να φτιάξουν εδώ οι αμερικάνοι και προς τι τα τελευταία μέτρα ασφαλείας, προτού το ντούκι που είχε για προστασία τσεκάρει την φωτογραφική μου και με αφήσει να πάω στην ευχή του Θεού.

    Κάνω μια βόλτα γύρω από την Βίρτσουαλ Πλάζα και πέφτω πάνω σε κάμποσα παιδιά που παίζουν με την ελαφρώς πειραγμένη βαρύτητα μπροστά από τους εμφανώς πάμπλουτους γονείς τους. Πιο εκεί κάτι μπλαζέ παρέες να ανακατεύουν ρυθμικά τους καφέδες τους όσο χαίρονται το φως του θόλου και παραπέρα ένα τσούρμο ταξιδιωτών που πάνε προς την ακτή. Τους ακολουθώ δειλά (φουλ ντυμένος με μια κάμερα στο λαιμό για να νιώσουμε όλοι μαζί περισσότερο άβολα) και φτάνω σε μια αμμουδιά πλάτους κοντά στο χιλιόμετρο. Ψιλολαχανιάζω αλλά φτάνω στο κύμα και βγάζω τα παπούτσια μου. Η άμμος είναι κάπως χοντρή και το νερό λίγο πιο σκούρο από πισίνας. Παίρνει αρκετή ώρα να καταλάβω τι ακριβώς αγγίζω και βλέπω.

    Γυρνώ κατάκοπος και τρώω μόνος στο εστιατόριο ακούγοντας από τα μεγάφωνα το φακτ της ημέρας για την ανατολή του ηλίου στην Αφροδίτη από τη δύση, και να σου πάλι μπροστά μου η Έμιλι στο μπαρ απέναντι. Ολόκληρη στην πένα με ένα φόρεμα που κοστίζει και τρία μηνιάτικα, δείχνει σκέτη θεά. Με βλέπει, της χαμογελάω, μου χαμογελάει και την παίρνει από το χέρι ένας βαψομαλλιάς πιγκουίνος που φαίνεται να θέλει να την κυκλοφορήσει. Δεν πεινάω πια. Κάνω να ανέβω στο δωμάτιο μου από την πίσω μεριά, βλαστημώντας την ώρα και τη στιγμή που μας έχωσαν όλους από τη χθεσινή πτήση στο ίδιο ξενοδοχείο, όσο βλέπω την Έμιλι να με ακολουθεί μέχρι την πόρτα του ασανσέρ. Και έχει και ακόμα αυτή την πίκρα στο πρόσωπο όπως τότε πριν την απογείωση.

    Δεν σε πιάνει εύκολα ο ύπνος στην Αφροδίτη. Άσχετα με τις προσπάθειες προσομοίωσης γήινου ωραρίου (εναλλαγή μέρας-νύχτας κλπ.), το βιολογικό ρολόι μου βαράει διάλυση. Έτσι περνάω τις νύχτες γεμάτος υπερένταση, διαβάζοντας τα παλιά μηνύματα της Έμιλι όσο την αποφεύγω έντεχνα τις υπόλοιπες ώρες. Όσο για τη δουλειά, βρήκα να πω ότι λόγω καθυστερήσεων στις επικοινωνίες δεν μπορώ να στέλνω ενημερώσεις στην Εύη την ασσίσταντ την μάνατζερ και γλίτωσα. Βγαίνω που και που το βράδυ με τα πόδια ή καβαλάω το τρενάκι για βόλτα αλλά κάτι οι μεθυσμένοι ιρλανδοί φοιτητές που ψάχνονται για τσαμπουκά, κάτι η ερημιά που τσακίζει νεύρα και κάτι το περιστατικό που με έπιασαν σεκιουριτάδες να βιντεοσκοπώ το άλσος με κρατούν μέσα να βράζω στο ζουμί μου και στην συνδρομητική.

    Και οι μέρες περνούν εξίσου ανιαρές και άδειες. Όταν δεν έχω να ρωτάω τα ίδια και τα ίδια δημοσιοσχεσίστικα πράγματα σε αξιωματούχους της κακιάς ώρας και  ψωνάρες τύπου Ίλον Μασκ των φτωχών, πρέπει να παρευρεθώ σε κουραστικές ομιλίες που όλες καταλήγουν στο πόσο προχωρημένο και ωφέλιμο είναι το όλο εγχείρημα για τις μελλοντικές γενιές “όχι μόνο της ανθρωπότητας αλλά κάθε είδους ζωής πίσω στη Γη”. Από επιστήμονες και μεγαλοεπενδυτές μέχρι γιουτιούμπερς και τον Αντώνη Ρέμο (δεν κάνω πλάκα), να έχεις όρεξη να βλέπεις την ουρά ατόμων που ήρθαν αποκλειστικά για να εκθειάσουν αυτή τη πρωτοβουλία του δυτικού κόσμου, που βάζει και επίσημα τη ταφόπλακα στους σοβιετικούς μετά από κοντά ενενήντα χρόνια ανταγωνισμού (όχι ότι ήθελε και πολύ).

    Όμως μετά από μερικά περπατήματα έχεις δει ό,τι είχε να προσφέρει η αποικία. Από την πρώτη βραδιά που πέρασα στην παραλία στη Βίρτσουαλ Πλάζα κατάλαβα πως η αλλόκοτη αρχιτεκτονική, οι κίονες, τα μωβ πλακάκια και οι φοίνικες φέρνουν μόνο τη μυρωδιά του φρεσκοβαμμένου και του πρόχειρου στο μυαλό μου. Η άμμος τελικά είναι τριμμένη πέτρα, η θάλασσα μυρίζει ξεκάθαρα χημεία με το που μπεις, το φαΐ είναι επεξεργασμένο μέχρι αηδίας για καλύτερη συντήρηση και ο θερμοστάτης ίσα που δουλεύει κάποιες στιγμές της μέρας. Η αποικία στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μεγάλες ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις που απλώνονται αραιά πάνω σε μια έκταση μικρού νησιού του Αιγαίου που πλέει σε μια πισίνα. Κουράστηκα να ακούω για την “ελπίδα του μέλλοντος” μέσα σε ένα τεχνολογικό θαύμα που χτίστηκε αποκλειστικά για να στεγάσει ασπρουλιάρηδες που ακόμα τρώνε φουά γκρα και καίνε πετρέλαιο. Όλο το πρότζεκτ είναι ένα σκηνικό διαφήμισης ενός προϊόντος που αφορά μόνο γόνους εφοπλιστών που έχουν για καθημερινότητα το φαΐ, το μακροβούτι και την ξάπλα σε αιώρα.

    Η Εύη η ασσίσταντ η μάνατζερ φυσικά τρελαίνεται για κάτι τέτοια, αλλά δεν παίζω το κεφάλι μου κορώνα γράμματα για εκείνη. Στέλνω ένα ντραφτ του ρεπορτάζ χωρίς στάλα κριτικής μέσα γιατί αν παίζει περίπτωση παρακολούθησης δεν θέλω να έχω τους σεκιουριτάδες στο σβέρκο μου γιατί τους κακολόγησα το χώρο εργασίας.

    Τρεις μέρες πριν την πτήση μου, με αρπάζει ο Δαγκλής με τα νερντουλιάρικα χέρια του και με πάει τουρνέ. Και να οι εκθέσεις τέχνης, και να τα φεστιβάλ τραγουδιού και του Ρέμου (πρέπει να τον δεις δεύτερη φορά για να βεβαιωθείς), και να οι κρουαζιέρες γύρω γύρω με ένα καράβι που μυρίζει καμένο πλαστικό. Και όλα με την λέξη “σύγχρονο” ή “νέο” μέσα και όλα να στερούνται ουσίας στα μάτια μου. Ο Δαγκλής φυσικά βλέπει την απογοήτευση μου και προβληματίζεται. Με ρωτάει αν “είναι όλα καλώς” σε γκρίκλις, του λέω “ναι, γιατί όχι;” και με μιας αδειάζω από την πρύμνη του καραβιού τα σωθικά μου. Τόσες μέρες εδώ μόνο δύο πράγματα κατάφερα, να κάνω έναν επιτυχημένο τριαντάρη με σίγουρη καριέρα να κιτρινίσει από τον πανικό του και εγω να πάθω ναυτία σε πισίνα.

    Δύο μέρες πριν την πτήση μου, το ρεπορτάζ δεν κλείνει εύκολα, ιδιαίτερα με την γκρίνια της Εύης που έδωσα ως πράξη καλής θέλησης στον κακόμοιρο τον Δαγκλή ό,τι υλικό είχα στη φωτογραφική μου και δεν πρόλαβα να ανεβάσω. Θα μπορούσα και έτσι όμως να τελειώσω το άρθρο και να φύγει η υποχρέωση, μα το μυαλό μου αρχίζει να σβήνει. Με πιάνω να κοιτάω το δάσος από το παράθυρο του δωματίου μέχρι να σκοτεινιάσει. Με ξυπνάει από το λήθαργο η πόρτα. Η Έμιλι ξέρει καλά να με βγάζει από τη δύσκολη θέση του να βρω κάτι να πω και με σέρνει ως την παραλία.

-Είσαι πολύ κακός όταν το θες

Τι να της πεις τώρα; Τα έχει τα δίκια της; Τα έχει.

-Δεν ξέρω πως να φερθώ απέναντι σου πια ρε Έμιλι, κατάλαβε με.

-Δεν μου αξίζει όμως αυτή η συμπεριφορά

-Το ξέρω. Και αν θες να ξέρεις χαίρομαι που σε βρήκα εδώ

-Αλήθεια;

Αλήθεια. Αλλά...

-Αλλά δεν το προτιμώ που είσαι εδώ. Δεν νομίζω να μου κάνει καλό να σε βλέπω. Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να το κάνω να ακουστεί λιγότερο άθλιο, αλλά έτσι είναι

Προσπαθώ να της κρατήσω το χέρι να μη φύγει. Με το ζόρι δεν με ξεχέζει.

-Το κάνεις τόσο δύσκολο να σε εμπιστευτώ, το καταλαβαίνεις; Τόσο καιρό σε γνωρίζω και ακόμα δεν ξεχωρίζω πότε κάνεις πλάκα και πότε μιλάς σοβαρά.

Ούτε εγώ πλέον.

-Σοβαρολογώ. Δεν μου βγαίνει σωστό να παίζουμε τις συμπεθέρες όταν βλέπω τον βαψομαλλιά να σε αγγίζει

-Δεν είχες αυτό το πρόβλημα παλιότερα. Να σου θυμίσω ότι εσύ ο ίδιος δεν ήθελες δέσμευση και το έπαιζες βαρύ πεπόνι. Τι άλλαξε;

-Τίποτα

-Τα θες όλα δικά σου, όπως πάντα

-Και εσύ το ίδιο, μόνο που εγώ πρέπει να περιμένω να αποφασίσεις τι θες από εμένα

-Είσαι άδικος

-Είμαι ερωτευμένος

    Δεν μπορώ να τσακώνομαι μαζί της, ούτε εκείνη μπορεί. Για αυτό με την ώρα να περνά κολλάμε πια στις συλλαβές, τσεκάρουμε αν θα αντέξει ο άλλος αυτό που πάμε να πούμε για να μην πληγωθεί.

-Ξέρεις, πέθανε ο Γιώργος

-Λυπάμαι πολ-

-Όχι. Ξέρω ότι δεν λυπάσαι. Αλλά ζήσαμε τόσο καιρό μαζί και με επηρέασε

-Κάνεις λάθος. Δεν πέφτω σε τέτοιες μικρότητες

-Σε κυνηγούσα πόσες μέρες τώρα να σου μιλήσω και εσύ κρυβόσουν

Δύσκολο να έχω αισθανθεί πιο μαλάκας στη ζωή μου.

-Και πως βρέθηκες εδώ;

-Ο Γιώργος τα είχε παρατήσει τον τελευταίο καιρό με την υγεία του και δεν ήθελε να με έχει κοντά. Ήταν κάτι σαν τελευταίο δώρο

-Και είπες να σε παρηγορήσει ο κωλόγερος

-Μη με κάνεις να μετανιώνω που ήρθα να σε βρω. Σε παρακαλώ. Σε είχα τόσο ανάγκη

Την μισώ που μου το κάνει αυτό, όχι γιατί το κάνει επίτηδες αλλά επειδή πιάνει.

-Νομίζω πως πρέπει να κόψουμε επαφές, Έμιλι. Να ηρεμήσουμε και οι δύο


    Το πιστεύω αυτό, ξέρω ότι το πιστεύω, μα μου φαίνεται τόσο λάθος να το λέω φωναχτά και μάλιστα μπροστά της.

-Δεν μπορείς να μου το κάνεις τόσο εύκολο ρε γαμώτο

-Ποιο πράγμα;

-Δεν σκοπεύω να γυρίσω πίσω. Θα μείνω εδώ. Δεν θα ξαναβρεθούμε, το καταλαβαίνεις αυτό;

Κάτι κατάλαβα.

    Μία μέρα πριν την πτήση, έχω θαφτεί κάτω από το σεντόνι και την Έμιλι. Κοιτάω το μωβ έξω να ανοίγει απότομα σε μπλε με τις πορτοκαλί κηλίδες. Εκείνη παίζει με τα μαλλιά μου κι εγώ “κλειδώνω” πάνω της. Όλα δείχνουν ήρεμα- και λάθος. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι ο άντρας της το θέμα, αλλά εγώ που νιώθω έτοιμος να πέσω από το παράθυρο.

-Μη με ξεχνάς. Αυτό μόνο, εντάξει;

Έτσι. Πάρε τη ψυχή μου και ποδοπάτησε την.

    Την χαιρετώ ζαλισμένος και με το στόμα μου να έχει στεγνώσει. Άγχος, χαρά, εξάντληση, όλα φτάνουν μέχρι πάνω και τα αφήνω στον διάδρομο πριν το ασανσέρ. Νιώθω τόσο άρρωστος που φέρομαι αλλόκοτα. Κλειδώνομαι στο δωμάτιο μου και κλαίω, δεν ξέρω για πόση ώρα. Με κόβει μόνο η ειδοποίηση στο λάπτοπ για μέιλ με την Εύη να μου κάνει τον σβέρκο ηλιοβασίλεμα από την κατσάδα. “Που είναι το άρθρο” και “που είναι το άρθρο”, στον πούτσο μου είναι. Το ρολόι δείχνει δέκα ώρες για την πτήση μου και εγώ πασχίζω να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη.

    Η ίδια μεσήλικη κυρία που με πήρε από το χεράκι στην άφιξη με περιμένει όλη χαμόγελο. Ανταποδίδω με ένα αξιολύπητο μειδίαμα. Την νιώθω να με σπρώχνει με τα χεράκια της να μπω στο σκάφος γιατί σέρνω σαν κακομαθημένο τα βήματα μου. Ελευθερώνω το κεφάλι από τη κάσκα για να αναπνεύσουν λίγο οι ενοχές μου, προσπαθώντας να καταλάβω πόσο σκατά τα έκανα, πόσο δειλός είμαι που έφυγα ή πόσο ηλίθιος που σκέφτηκα να μείνω για εκείνη.

    Δεν μπορώ να συνέλθω με τίποτα. Το μυαλό μου κουδουνίζει με τους επιβάτες της πτήσης αρχίζουν να στοιχίζονται γύρω μου. Πνίγομαι μέσα μου. Σφίγγω τα βλέφαρα μου μέχρι να θολώσουν όλα και να μην καταλαβαίνω τι συμβαίνει, ή έστω μέχρι να μπήξει μια αυστραλέζα παραπέρα τις φωνές και να φέρει την αεροσυνοδό για να με πάρουν να χορέψουμε συρτάκι μέχρι το μπάνιο. Ρίχνω λίγο νερό, κοιτάω το είδωλο μεχρι να μου φέρει αηδία, ξερνάω και βγαίνω.

    Καμιά διακοσαριά εκδρομόγριες γυρνούν τη ματιά τους πάνω μου. Άλλες ανήσυχες κι άλλες κοροϊδευτικές να περιμένουν να δουν που θα καταρρεύσω για να μην τους χαλάσω τη μόστρα. Ευτυχώς με πιάνει και με τραβάει η Έμιλι στη διπλανή θέση. Η Έμιλι. Έβγαλε εισιτήριο και φεύγει. Φεύγει. Άλλαξε γνώμη και φεύγει. Μαζί μου.

-Πρόσεχε. Είσαι καλά;

-Έμιλι, νομίζω σε αγαπά-

-Συγγνώμη

    Το πρόσωπο της παγώνει απότομα, σαν να είπα κάτι που την πείραξε. Χάνει τα στρογγυλά της μάγουλα, τις χαριτωμένες ελιές στο λαιμό της, τα μακριά μαλλιά της. Πανικοβάλλομαι που δεν ξέρω τι συμβαίνει και τινάζομαι πίσω. Παίρνει λίγη ώρα για να συνέλθω τελείως. Μένω να κοιτάω το κενό μέχρι να κοιμηθώ, νιώθοντας την ανάγκη να σκάψω μια τρύπα με τα νύχια μου το πάτωμα για να πηδήξω μέσα, γιατί τελικά δεν ήταν αυτή.

Δεν ήταν αυτή.

Δεν ήταν αυτή.




Και εγώ δεν ξέρω πως να συνεχίσω.

<Lindsheaven Virtual Plaza - Busan Sunset>

2.4.18

Ρουφ Γκάρντεν



-Και δεν φοβάσαι;

-Γενικά; Φοβάμαι δεν λες τίποτα. Μικρή πάνω μου χεζόμουν κάθε φορά που έβγαινα, αλλά και μέσα που καθόμουν τι κατάλαβα; Εξ αρχής ήξερα μέχρι που φτάνουν τα πόδια μου από θάρρος. Είναι που δεν μπορούσα ούτε τότε ούτε τώρα να κάθομαι να βλέπω το ίδιο πράγμα να συμβαίνει ξανά και ξανά στον εαυτό μου και κατ’ επέκταση στους άλλους. Υπάρχει κάτι αβάσταχτα προβλέψιμο στο να ανοίγεις την μπαλκονόπορτα και να βλέπεις ακάλυπτο ή να κάθεσαι σπίτι ένα μήνα σερί γιατί δεν μπορείς να πας πουθενά ή να τελειώνει ο καφές τα πρωινά και να περιμένεις στη στάση έτοιμη να πέσεις από την πείνα…

-Ναι ε;

-Στο λέω γιατί καταλαβαίνεις. Μικρά δεν κατανοούσαμε πόσο στραβό ήταν το πράγμα τελικά, όχι πως τώρα το πιάνουμε εντελώς. Στο σχολείο ας πούμε είχες θέματα, ορμόνες, χίλιες βλακείες να πιπιλάς το μυαλό σου πρωί με βράδυ, δεν σε απασχολούσαν τα σοβαρά. Κανείς δεν σου είπε όμως για το μετά. Δεν σου εξήγησαν τι συμβαίνει όταν το πράγμα δεν τραβάει, όταν η εξίσωση δεν βγαίνει. Γιατί έμαθες να λύνεις τριτοβάθμιες και να βρίσκεις πλαγιότιτλους αλλά ιδέα δεν έχεις τι θα κάνεις αν σε τσιμπήσουν ένα ωραίο πρωί από λάθος ή αν σου έρθουν τα κοινόχρηστα και εσύ δεν έχεις ούτε για τσίχλες.

-Δεν πιστεύω πως αποστηθίζοντας ολόκληρες παραγράφους από τους ποινικούς κώδικες ή μπουκάροντας σε τράπεζες θα νιώσω πιο θαρραλέος ή θα βρω τις απαντήσεις. Μόνο θυμωμένο και πωρωμένο θα με κάνει κάτι τέτοιο.

-Και η γιαγιά μου ακόμα βλέπει ξεκάθαρα πόσο θυμό κρύβεις μέσα σου, και είναι πια τυφλή. Και νεκρή.

-Πίστεψε με, ξέρω πόσο θυμό θάβω μέσα μου, όπως ξέρω ότι κάποια στιγμή μπορεί να εκραγώ, δεν είμαι ηλίθιος. Αλλά έχει και ο θυμός το τακτ του. Ας πούμε εγώ ξέρω χοντρικά πόσο περιθώριο έχω να φέρομαι σαν μαλακισμένο χωρίς να μου δίνουν σημασία. Εσύ από την άλλη όχι.

-Μόνο που δεν έχουν όλοι την ίδια υπομονή για τις χοντράδες του καθενός.

-Σίγουρα. Φροντίζω μεν κάθε φορά να μαντεύω το περιθώριο μου, αλλά με τον καιρό πέφτω όλο και περισσότερο έξω, διώχνοντας ανθρώπους μακριά μου. Σαν να το κάνω επίτηδες σχεδόν. Σαν να φυτρώνουν πάνω μου καρφιά.

-Πιο πολύ κακομαθημένος μου φαίνεσαι παρά θύμα αυτοσαμποτάζ. Δεν είναι ότι δεν μπορείς, απλά δεν ψήνεσαι να βρεις έναν άνθρωπο.

-Νόμιζα τον βρήκα.

-Δεν τον βρήκες.

-Τέλος πάντων. Το πιο εξτρήμ που έχω σκεφτεί να κάνω είναι να ξεφύγω μία και καλή από εδώ, τύπου να εξαφανιστώ με ένα φύσημα, σαν στάχτη. Δεν μπορώ να σου εξηγήσω γιατί- η ίδια η σκέψη να μην αφήσω ίχνος πίσω μου με “καθαρίζει”. Απλά είναι τόσο χαζή σαν σκέψη που καταλήγω πάντα πίσω, και αυτό κι αν είναι αβάσταχτα προβλέψιμο. Ας πούμε εγώ που έχω να πάω; Αυτό σκέφτομαι συνέχεια. Αφού πουθενά δεν θα ένιωθα πραγματικά καλά, ποιο το νόημα να κάνω οποιοδήποτε βήμα; Φοβάμαι. Φοβάμαι και δεν μπορώ να αλλάξω όπως άλλαξες εσύ.

-Δεν άλλαξα, Λιόβα. Νόμιζα πως μετά από τόσο καιρό εσύ τουλάχιστον δεν θα το πίστευες αυτό. Αν κάτι άλλαξε αυτό είναι ο τρόπος μου πάνω στα πράγματα γιατί για πρώτη φορά έχω την αυτοπεποίθηση για κάτι τέτοιο. Θέλω και μπορώ να βοηθήσω- όχι με άμα και όταν και θα, αλλά τώρα. Θέλω και μπορώ να προλάβω να δω την αλλαγή κάνοντας ότι περνά από το χέρι μου. Δεν ήθελε και κόπο. Έπρεπε να σκάψω μέσα μου, να μάθω ότι είμαι ικανή για τα πάντα και πως δεν πρόκειται να βοηθήσω κανέναν ψευτοκωλυσιεργώντας με τα περί ματαιότητας εκ του ασφαλούς. Γιατί όσο και να το κρύβεις, μπαμ κάνει πως και μες στην απελπισία σου, ακόμα πιστεύεις ότι είσαι καλύτερος από τους άλλους. Με έναν συμπλεγματικό τρόπο τις περισσότερες φορές. Γιατί είσαι μεν υπερόπτης, αλλά όχι αρκετά σίγουρος για τον εαυτό σου και νιώθεις ότι άνθρωποι σαν εμένα σε απειλούν.

-Συμπαθητικά τα έλεγες πριν, αλλά τώρα το γάμησες. Δεν γίνεται εν μία νυκτί να γυρίσω όλη την οπτική μου τούμπα.

-Μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις. Και στο σχολείο το ίδιο ήσουν. Νόμιζες πως όλοι σε παραμέρισαν ενώ τους σνόμπαρες από την πρώτη στιγμή. Σίγουρα, δεν λέω, όλοι έχουν δικαίωμα να είναι λίγο πιο κλειστοί, αλλά εσύ φερόσουν σαν αρχίδι και μετά κλαιγόσουν που ήταν σπασμένοι μαζί σου. Δεν έβγαζες νόημα. Δεν καταλάβαινες ούτε τότε ούτε τώρα πως δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος τρόπος επικοινωνίας με τους άλλους που εσύ αγνοείς, ούτε όλοι είναι μιλημένοι και εσύ έξω από το κόλπο- όλα είναι χάος. Υπάρχουν τετράκις τρόποι για να σταματήσεις να παλεύεις μόνος το μυαλό σου, και κανένας δεν περιέχει να στέλνεις τους άλλους στα τρελάδικα με τις συμπεριφορές σου. Περιμένοντας τον έναν άνθρωπο που θα σε ανέχεται και θα σε καταλαβαίνει, προσπερνάς μια ουρά από άλλους με όλη τη καλή διάθεση να σε βοηθήσουν. Τέτοιου είδους μανιχαϊσμοί περί κατάλληλων και ακατάλληλων ανθρώπων σε έκανε πιο αποκομμένο από εκείνους και τίποτε άλλο. Έτσι ήσουν τότε, έτσι είσαι και τώρα. Μόνο λίγο πιο δικαιολογημένος και αρκετά πιο αγενής.

-Άρα είμαι ελιτιστής;

-Πιο πολύ αδιάφορος για τους άλλους και γεροπαράξενος πριν την ώρα σου.

-Μαμούχαλος δηλαδή.

-Συ είπας.

-Μου φαίνεται αστείο να το λες αυτό, επειδή πάντα πίστευα λίγο πολύ ότι εμείς οι δύο μοιάζουμε.

-Υπό ποια έννοια;

-Δεν ξέρω. Είχα την αίσθηση ότι ξέρω πάνω κάτω γιατί κάνεις ό,τι κάνεις και φέρεσαι όπως φέρεσαι, χωρίς να σε κρίνω ή να σε χαίρομαι. Είχες πάντα μια τρέλα να αποδείξεις ότι μπορούσες να ξεπεράσεις τους άλλους στο οτιδήποτε, μόνο και μόνο για να μη βρουν πάτημα να σου την πουν. Είχε γίνει έκδηλο μετά από λίγο. Πρώτη στο διαγωνισμό μαθηματικών, πρώτη στα ποιήματα στις εθνικές γιορτές, πρώτη στην έκθεση για το περιβάλλον…

-Πρώτη στο τρέξιμο. Ακόμα ξεχνάς βλέπω, σαν τους άλλους κι εσύ, την ξεφτίλα. Ξέρεις, που ένα κορίτσι τους περνούσε όλους, ακόμη και τα μελλοντικά γομάρια των ΤΕΦΑΑ.

-Και σε χίλια άλλα, σίγουρα, μα η όλη προσπάθεια έβγαινε προς τα έξω ως επίδειξη και δήθεν. Δεν λέω μόνο για εμένα, όλοι το είχαν παρατηρήσει και δεν ήταν μόνο από ζήλια. Επιζητούσες την προσοχή ακόμη και στα πιο περίεργα ζητήματα που κανείς δεν υπερηφανευόταν εξ αρχής. Θυμάμαι είχες φέρει μια μέρα ένα πακέτο προφυλακτικά στο γυμνάσιο και έλεγες ότι ήταν του Αντουάν από την δευτέρα λυκείου που το έκανες μαζί του.

-Και εσύ τι πιστεύεις; Για πες, το έκανα;

-Κανείς δεν μπορεί να ξέρει αν έλεγες αλήθεια, αλλά δεν ένοιαζε πραγματικά και κανέναν. Σημασία είχες ότι εσύ ήθελες να μαθευτεί κάτι τέτοιο για εσένα. Σαν να σε ευχαριστούσε ένα πράγμα.

-Η αλήθεια είναι ότι μου φαινόταν τόσο διασκεδαστικό να βλέπω έστω το μάτι σας να γυρίζει απαξιωτικά και παράξενα. Όλοι είχατε μάθει να κουβαλάτε από τότε την αμηχανία σας στην πλάτη, μην σας πουν τίποτα και μην σας θίξουν, που με εκνεύριζε αφάνταστα. Τώρα αν με τις μαλακίες μου κατάφερνα να σας την ρίχνω κάτω- έστω και εις βάρος μου- και συνεχίζω με την ίδια επιτυχία ως σήμερα, νομίζω πως αξίζω συγχαρητήρια και όχι την απαξίωση της “πουτάνας και ξερόλας”.

-Για αυτό λέω ότι άλλαξες. Δεν φαίνεται να το διασκεδάζεις πλέον, Σου. Είσαι κολλημένη πια μαζί μας και δεν μπορείς να εκπλήξεις κανέναν σε τίποτα. Γίνεται όλο και δυσκολότερο να αναδείξεις τον εαυτό σου γιατί κανείς δεν νοιάζεται. Η πραγματικότητα ήρθε και μας σήκωσε. Κανείς δεν έχει άλλο χρόνο εδώ πέρα να ασχοληθεί με τον δίπλα, όλοι κοιτάνε να παίξουν με την τύχη τους,να πάρουν το χαρτί και να του δίνουν.

-Ένας λόγος παραπάνω τότε. Εφόσον τα πράγματα είναι τόσο δυστοπικά και για τα κλάματα για όλους όπως λες, δεν αξίζει να σπάσουμε λίγη πλάκα; Αν όλοι κυνηγούν το έπαθλο και το ταξίδι-δώρο στις Μπαχάμες, δεν φταίει ο κλόουν διαγωνιζόμενος που κοροϊδεύει το κοινό αλλά το ίδιο το τηλεπαιχνίδι που υπάρχει. Όλα τα άλλα είναι μιζέριες και κλαψουρίσματα στα αφτιά μου.

-Υπάρχει κάποιο χάσμα μεταξύ μας που δεν μπορώ να καταλάβω από που βγαίνει. Δηλαδή τι το κακό έχει να προσπαθεί κάποιος για την προσωπική του ευτυχία και το μέλλον του; Τι το κακό έχει ο αγώνας στην εξασφάλιση μιας ευκολότερης ζωής;

-Κακό κανένα, αλλά υπάρχει κάποιο θέμα στην υπονόμευση του γενικότερου καλού με το βλέμμα στο μέλλον του συνόλου. Η ευτυχία δεν είναι μόνο προσωπική σου υπόθεση και η εξασφάλιση που ζητάς είναι στον πυρήνα της ανθρωποφάγα. Εσύ και οι υπόλοιποι προτείνετε βολικά και βάρβαρα ημίμετρα γιατί το ουσιαστικό σάς φαίνεται βουνό. Είσαι διατεθειμένος να πατήσεις πάνω σε πτώματα για να νιώσεις εσύ προσωπικά καλύτερα;

-Εσύ είσαι διατεθειμένη ακόμη και να σκοτώσεις στο όνομα ενός καλύτερου μέλλοντος;

-Είμαι διατεθειμένη να κάνω το καλύτερο δυνατό με την μικρότερη απώλεια. Ανθρώπινη, υλική, οποιαδήποτε. Δεν τρέφω αυταπάτες, για να σε προλάβω, μα δεν θα αφήσω να με φάει το σκοτάδι κιόλας.

-Όμως πολύ φοβάμαι ότι θα φας τα μούτρα σου με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Όσο δίκαιο και αν είναι αυτό που περιμένεις, στην πραγματικότητα παλεύεις ολομόναχη. Πιστεύω η ίδια η αποκάλυψη θα σε καταρρακώσει και αν δεν αρνηθείς τις προσπάθειες σου, τότε σίγουρα θα τις μετανιώσεις. Δεν στο λέω γιατί θέλω να πληγωθείς, αλλά γιατί νιώθω ότι και οι δύο πάμε ολοταχώς προς το κενό.

-Ίσως, και μάλιστα με διαφορετικές ταχύτητες. Κι εγώ έχω σκεφτεί πως μπορεί να καταλήξεις, αλλά δεν καταλαγιάζω κάπου. Δεν σου έτυχαν και λίγα μέχρι να έρθεις στην Ελλάδα και σίγουρα δεν σου έλειψαν τα βάσανα ως τώρα. Απλά μου φαίνεται αρκετά δύσκολο να φτιάξω ένα χάπι εντ για εσένα στο μυαλό μου, γιατί δεν φαίνεται να σου βγαίνει η εξίσωση. Δεν ξέρω τι θα σε κάνει χαρούμενο, όπως δεν ξέρω αν έχεις άλλο κουράγιο να προσπαθείς για όλο αυτό τριγύρω. Ελπίζω για το καλύτερο σου αλλά νιώθω πως πρέπει να προετοιμαστώ για τα χειρότερα.

-Μιλάμε σαν μελλοθάνατοι πάλι. Δεν το μπορώ.

-Ούτε εγώ.

-Θέλω να πω τόσα πολλά μαζί σου, αλήθεια, όμως καταλήγουμε πάντα στο ίδιο σημείο κι αυτό μου φέρνει μια αμηχανία που ήλπιζα να μην είχα μαζί σου.

-Καταλαβαίνω. Δεν έψαχνες για κάτι σαν εμένα μάλλον.

-Κάθε άλλο, αυτό ήθελα, απλώς το γεγονός ότι δεν με ικανοποιεί ούτε αυτό με τρομάζει. Αν δυσκολεύομαι στο μεταξύ μας, δεν νομίζω πως έχω κάτι παραπάνω να περιμένω από κανέναν τρίτο, ούτε καν εμένα.

-Μην το λες αυτό. Στο τέλος θα πείσεις τον εαυτό σου. Έτσι και τον πείσεις τελείωσες.

-Εσύ φοβάσαι την αποτυχία σαν ενδεχόμενο, εγώ φοβάμαι την αποτυχία σαν κάτι το προγραμματισμένο. Νομίζω αυτό είναι το χάσμα μας. Εσύ έχεις τα “αν” και εγώ έχω τα “θα”. Έτσι τα μοιράσαμε μεταξύ μας και καταλήξαμε έννοιες ασυμβίβαστες και μάταιες ο ένας για τον άλλο. Και με πονάει όσο δεν πάει αυτό. Δεν θέλω να είμαι έτσι πια μαζί σου. Δεν θέλω να σε χάσω.

-Κι εγώ δεν θέλω να χαθώ.

-Είναι και που δεν είμαι καλός στις χαιρετούρες. Είναι και που είχα διαβάσει κάπου ότι κάθε αποχωρισμός είναι κι ένας μικρός θάνατος.

-Πίσω από κανένα φύλλο ημερολογίου μάλλον. Να λέγαμε τουλάχιστον και καμία συνταγή, πάει στο διάολο. Όλο στο ψυχοπλάκωμα την βγάζουμε.

-Οπότε τι να πούμε, αν όχι “αντίο”;

-Τίποτα δεν χρειάζεται να πούμε. Μπορούμε να κάτσουμε εδώ πάνω μέχρι ένας από τους δύο να βαρεθεί. Ή μέχρι κάποιος από τους δυο μας να λύσει την εξίσωση.

-Καλά στερνά, λοιπόν.

-Γαμιέσαι. Πραγματικά όμως, γαμιέσαι.

Το ξέρω.

<Tyler, The Creator ft Estelle - Garden Shed>

25.8.17

Κατερίνα


    Δεν είχα καμία όρεξη να κάτσω ένα μήνα κλεισμένη σε ένα ο-θεός-να-το-κάνει σπίτι κάπου μετά το τέρμα του πολιτισμού και τη ψυχοπάθεια της μάνας μου.

    Βλέπεις το στομάχι της αποδείχθηκε πολύ ευαίσθητο για να χωνέψει τις καταστάσεις. Και “Δεν παίζει θέμα”, είπα. “Μια μικρή κρίση είναι μόνο”, είπα. “Θα της περάσει”, είπα. E, δεν της πέρασε τελικά. Και μας κουβάλησε στο χωριό του μπαμπά για να “αλλάξουμε παραστάσεις” και να “γεμίσουμε τις μπαταρίες μας”. Κι ο μικρός κι εγώ μαζί, φυσικά. Όλοι μαζί να αλλάζουμε παραστάσεις και να γεμίζουμε τις μπαταρίες μας. Όκεϊ.

    Δεν της κάηκε καρφί που είχαμε να πατήσουμε από τότε που εγώ ίσα που στεκόμουν στα δύο, ο μικρός είχε ηλικία μείον πέντε και ο μπαμπάς ακόμη ζούσε. Ούτε που είχε γίνει σκέτο ερείπιο την πείραζε (και δεν μιλάω μόνο για το σπίτι). Τα δοκάρια στη σκεπή ετοιμόρροπα, οι τοίχοι ξεφλουδισμένοι σαν καμένη πλάτη αλμπίνου, τα παράθυρα έτριζαν πριν τα ακουμπήσεις και τα κεραμίδια φιλοξενούσαν όλη την ιπτάμενη πανίδα του νομού. Αλλά το βιολί της αυτή. Και μαζί της ο μικρός, να έχει εκστασιαστεί που θα ζήσουμε, λέει, σε σπίτι με φαντάσματα. Έτσι λοιπόν θα έπρεπε για ένα μήνα να τον ακούω να μπερδεύει τα φαντάσματα με τους τζεντάι και τον Χάρι Πότερ ή γενικότερα να μου σπάει τα νεύρα όλη μέρα, ώσπου να τον λυπηθώ και να τον αφήνω να κοιμάται δίπλα μου τα βράδια γιατί χεζόταν πάνω του στην ερημιά που κουβαληθήκαμε.

    Το σπίτι ήταν στο τέλος του χωριού, με μόνο μερικά χωράφια και ένα σπίτι να σφίγγουν το λεπτό οικοπεδάκι του πατρικού του μπαμπά σε μια μέγγενη φτιαγμένη από σκουριασμένα συρματοπλέγματα. Αριστερά ήταν το γκρεμισμένο εξοχικό μιας γριάς που άφησε χρόνους και κληρονόμους. Πίσω μερικά γυμνά χωραφάκια χωρίς κάτι να τα χωρίζει και δεξιά ένα διώροφο με πίσω αυλή, το τελευταίο σπίτι πριν το δάσος και το μόνο σπίτι που κατοικούνταν μόνιμα γύρω. Απέναντι, κάθε μέρα ένας μικρός πράσινος λόφος  μας χαιρετούσε κάθε πρωί μπροστά από τον χωματόδρομο. Το μόνο παρήγορο σε αυτή την πληκτική μεριά της γης.

    Γιατί οι γείτονες στα δεξιά δεν μας παρηγορούσαν καθόλου από άποψη ασφάλειας. Μπορούσες να φανταστείς ένα οποιοδήποτε διώροφο. Να το φανταστείς μέσα στην εξοχή, σχεδόν θαμμένο στις παρυφές του δάσους. Χάρμα δεν θα ήταν; Ε, αυτό το διώροφο ήταν το ακριβώς αντίθετο από αυτό. Όλο το σπίτι ήταν μια μουντή και πρόχειρη κατασκευή παρατημένη στην τύχη της, με μοναδική ένδειξη ζωής κάποιες πλαστικές καρέκλες σε μια θλιβερή βεράντα και ένα παρκαρισμένο αμάξι παράμερα της πίσω αυλής.

    Δυσνόητη η σχέση που είχαν αυτοί οι άνθρωποι με τον μπαμπά. Φαινόταν να τον εκτιμούσαν αν και δεν ήταν προφανές για τι ακριβώς. Όμως ο μπαμπάς θα τους εμπιστευόταν για να αφήσει στη κοντοστούπα μάντρα που χώριζε τα οικόπεδα ένα μικρό πορτάκι από συρματόπλεγμα να ανοιγοκλείνει είτε με τον αέρα, είτε με τις απροειδοποίητες επισκέψεις των διπλανών για να μας φέρουν λαχανικά ή (φρέσκα σφαγμένο) κρέας που αναγκαστικά ανεχόμασταν (είχαμε φύγει ξαφνικά και τελείως χύμα). Οι καλοί Σαμαρείτες που μας τάιζαν ήταν ο κυρ Θωμάς, ένας βοσκός με καλά πατημένα τα “-ήντα” του, που έμενε μαζί με τους δυο γιους του και την αρραβωνιαστικιά του ενός, που από ό,τι μας είπε ήταν πάνω-κάτω συνομήλικη μου. Λες και δεν είχα αρκετά να με τρομάζουν εδώ, ήδη.

    Με εξαίρεση την κοπέλα (που πετύχαινα από το παράθυρο του δωματίου μου), η φαμίλια δίπλα είχε ένα φοβερά βαρύ ιδίωμα και μια εντελώς ακατάλληλη άρθρωση που δύσκολα έβγαζε κανείς μας νόημα μαζί της. Ο μεγαλύτερος γιος Κώστας, άγαρμπος και σοβαροφανής αγριάνθρωπος, τις περισσότερες φορές σε βοηθούσε από τα συμφραζόμενα και μερικά νοήματα να καταλάβεις (ήταν ο μοναδικός που δούλευε στην πόλη σε ένα συνεργείο). Ο μικρός ο Μάκης από την άλλη, αρκετά μυώδης αλλά συνεχώς καμπουριαστός με μια ρετρό χαίτη και μια τεράστια συλλογή από χρωματιστά πουκάμισα, γελούσε ενώ μιλούσε και ώσπου να σταματήσει δεν μπορούσες να καταλάβεις αν σου είπε “ωραία μέρα σήμερα” ή αν έβηξε. Γλυκό παιδί. Τον έβρισκα κάποια βράδια στις σκιές να με κοιτάζει κρυφά να καπνίζω μπροστά στην αυλή.

    Η κοπέλα μαζί τους λεγόταν Κατερίνα και πράγματι ζήτημα να ήταν πάνω από είκοσι χρονών, τα μισά χρόνια του Κώστα. Είχα τυπική επαφή μαζί της για να μας δώσει μπουκάλια με νερό που έφερε ο Κώστας από την πόλη (το νερό της βρύσης δεν πινόταν). Τα μαλλιά της ήταν σγουρά και καστανόξανθα, τα μάτια της γκρίζα και βαθιά, ενώ το αδύνατο κορμί της σε ξεγελούσε σε δύναμη. Ήταν ευγενική και έδειχνε ενδιαφέρον κάθε φορά που την προσέγγιζα για να σπάσω κάπως τον πάγο. Πάντα έλαμπε το πρόσωπο της σαν με έβρισκε στο παράθυρο ή στην βεράντα που καθόμουν για να πιάσω καμιά μπάρα σήμα. Μάλιστα από την πρώτη κιόλας μέρα μού έδωσε τον κωδικό του wifi (άγνωστο πως πέρασε γραμμή εκεί) και σταμάτησε το μαρτύριο που μετράω τα megabyte μου με το σταγονόμετρο για να κρατήσω στοιχειώδεις επαφές με τους φίλους μου ή την βασανιστικά ηλίθια ομάδα της σχολής μου πριν τρελαθώ. Έκανε τη διαμονή μου εκεί χιλιόμετρα καλύτερη, αλλά και πάλι ένιωθα πολύ αλλόκοτα όταν παρατηρούσα την Κατερίνα.

    Ο κυρ Θωμάς είχε ζώα σε κάποια περιοχή μακριά από εδώ που (φυσικά και) δεν κατάλαβε κανείς μας που ακριβώς μας είπε. Στις πέντε το χάραμα που έφευγε με το τρακτέρ, έπαιρνε μαζί τον Μάκη, όπου έμεναν στο βουνό μέρα παρά μέρα, ίσως λόγω βενζίνης. Σε πιο ανθρώπινη ώρα έφευγε ο Κώστας για το συνεργείο με το αμάξι και η Κατερίνα έμενε ολομόναχη.

    Ήταν κλεισμένη σχεδόν όλη ημέρα μέσα και με το ζόρι έφτανε ως την βεράντα μπροστά. Ήταν παράξενο. Κόντρα στη μελαγχολία που έσταζε διακριτικά από τα μάτια και τα ανθισμένα χείλη της, ήταν πάντα ντυμένη με κάτι γλυκά και ανάλαφρα φορέματα που έφταναν ως τα γόνατα ή τους μακρόστενους μηρούς της. Και είτε τραβούσε απαλά τα μαλλιά της στο πλάι ο αέρας, είτε τα μάζευε εκείνη πάνω για να μην την ενοχλούν, ήταν πραγματικά όμορφη. Μοντέλο σχεδόν, αλήθεια. Και κάθε φορά με καλημέριζε με αυτή τη βαθιά φωνή της ή με χαιρετούσε με μια κίνηση του λαιμού όσο καθόταν και διάβαζε κάτι μικρά βιβλιαράκια με το ραδιοφωνάκι ίσα-ίσα ανοιχτό στο τραπεζάκι δίπλα της. Εκείνη με το αρρωστημένα ποιητικό της βλέμμα, τα χρυσά μαλλιά της, τα υπέροχα φορέματα και το στυλ της. Εγώ με μούτρα λες και πάτησα σκατά, με μαλλιά που είχε καταστρέψει το νερό εκεί και ντυμένη σαν λέτσος με ένα λερωμένο τζιν σορτσάκι και μια μπλούζα αρκετά φαρδιά για να στρώσεις τραπέζι.

    Όσο απελπιστικά αργά περνούσαν εκεί οι μέρες, άλλο τόσο δύσκολες ήταν οι νύχτες. Η μαμά άφηνε στην άκρη το αγνάντεμα του λόφου ή τις βαρετές δουλειές του σπιτιού και έκλαιγε στο μαξιλάρι ή έλυνε μανιωδώς σταυρόλεξα κοιτώντας τις λύσεις. Ο μικρός βαρέθηκε να με ενοχλεί ή να παίζει στο τάμπλετ και έβλεπε “κρυφά” τα τοπικά κανάλια που έβαζαν 090 και τσόντες μετά τις δώδεκα (ανάθεμα κι αν θέλω να ξέρω αν καταλάβαινε τι έβλεπε). Εγώ ήμουν απαρηγόρητη που το σήμα του ίντερνετ και το τρελοκομείο εντός με ανάγκαζαν να βγαίνω στην βεράντα παίζοντας τυφλόμυγα με καπνούς, χαρτάκια και φιλτράκια. Η πλήξη και τα νεύρα μου είχαν μπει στο μπλέντερ και το κοκτέιλ τους ήταν χειρότερο και από το νερό εκεί.

    Αλλά τα βράδια που ο Μάκης δεν μπάνιζε τα χιλιοτσιμπημένα μπούτια μου γιατί έλειπε με τον κυρ Θωμά στο βουνό, δεν έλειπε μαζί τους ο θόρυβος. Ο Κώστας επέστρεφε συχνά πυκνά έχοντας κοπανήσει κάτι βαρέλια παραπάνω και γύριζε στο τέρμα το ραδιοφωνάκι στα κλαρίνα. Τραγουδούσε, χτυπούσε παλαμάκια και φώναζε. Φώναζε όμως, όχι αστεία, και ο λόφος απέναντι επέστρεφε τις κραυγές του με τρόπο που έκοβε μέχρι και την μαμά από τους λυγμούς της. Κρέμονταν τα αφτιά μας και η ψυχική μας υγεία μέχρι ο Κώστας να αρχίσει να βλαστημάει το ραδιοφωνάκι τόσο που να κλείσει. Και η ηρεμία γυρνούσε· για κανένα μισάωρο το πολύ. Γιατί ο Κώστας εκτός από τα κλαρίνα στη δια πασών συνήθιζε και να πηδάει με ανοιχτά τα παράθυρα.

    Δηλαδή βρισκόμουν μόνη στου διαόλου τη μάνα, μαζί με ένα δεκάχρονο που έβρισκε τα πρώτα του ερωτικά σκιρτήματα, μια μεσήλικη που τα είχε απολέσει προ πολλού και τον Κώστα να ασθμαίνει σαν μηχανάκι με καύλες.

    Δηλαδή άκουγες το ντιβάνι να τσιρίζει. Και δεν είμαι πουριτανή, κάθε άλλο, αλλά υπάρχει κάτι αγωνιωδώς αμήχανο στο να ακούς καθαρά και ξάστερα σεξ με την οικογένεια σου μαζί. Και αυτό το πράγμα σε συνδυασμό με τα κλαψουρίσματα της μάνας μου ή τον δήθεν κοιμισμένο μικρό, γέμιζε το κεφάλι μου κάθε φορά και με περισσότερα νεύρα. Και τα παντζούρια να έκλεινα, το ίδιο έκανε. Τα αγκομαχητά του Κώστα που έπαιζαν έξω από το δωμάτιο έφερναν σε δύσκολη θέση ολόκληρη την ύπαρξη μου, ώσπου το ντιβάνι να βγάλει επιτέλους τον σκασμό για να πάρει τη σκυτάλη ένας δέκα φορές πιο θορυβώδης καβγάς ανάμεσα στην Κατερίνα (που πριν δεν ακουγόταν καθόλου) και τον επιβήτορα. Εκεί ήταν που έπρεπε πραγματικά να χτίσω τα παράθυρα με τούβλα για να κοιμηθώ.

    Οι τσακωμοί των δικών μου έχουν μείνει ανάγλυφοι στη μνήμη μου, αν και δεν ήταν τόσοι πολλοί μετά τη διάγνωση του μπαμπά με καρκίνο στο πάγκρεας. Θυμόμουν τον φόβο που είχα κλεισμένη στο δωμάτιο μου, όσο τους άκουγα να σπάει ο ένας τη φωνή του άλλου με βαριές κουβέντες. Θυμάμαι επίσης την αγωνία που είχα όταν δεν τους άκουγα πια, γιατί νόμιζα πως ο μπαμπάς μου την είχε πνίξει μες στη θολούρα του ή η μαμά είχε χτυπήσει τον μπαμπά στο κεφάλι με ένα τασάκι κατά λάθος. Όπως και τότε, κουβαλούσα τώρα την ίδια αγωνία. Ευχόμουν να συνεχίσουν να ακούγονται, να γκρινιάζουν, να ουρλιάζουν μέσα στη νύχτα. Γενικά οι καβγάδες των δικών μου και ο Κοκκινόπουλος έχουν διαλύσει την παιδική μου ηλικία ανεπανόρθωτα.

    Όπως και με τους δικούς μου, έτσι και με τους διπλανούς άρπαζα με το αφτί  λέξεις μέσα στο σωρό και τις ένωνα σε ένα παζλ για να βγάλω το συμπέρασμα (που παλιότερα ήταν το ποιος θα με πάρει όταν οι δικοί μου χωρίσουν εξαιτίας μου). Η Κατερίνα έλεγε με ήρεμη φωνή πως δεν άντεχε άλλο τον εαυτό της στο σπίτι. Ήθελε να ξεφύγει, χωρίς να λογαριάζει τον αρραβώνα. Εκείνος με τη σειρά του γάβγιζε ασυναρτησίες και απειλούσε πως αν βγάλει έστω και το πόδι της έξω, θα την έστελνε πίσω στην θεία και τον μπάρμπα της. Την έβριζε, την μείωνε και την έβρεχε ξανά και ξανά με την ίδια απειλή. Και έτσι μέσα μου άρχισε να δεσπόζει κάποιος ανεξήγητος τρόμος για εκείνη. Πραγματικά ανησυχούσα για μια σχεδόν άγνωστη φυλακισμένη σε ένα τσιμεντένιο τσαντίρι στην άκρη του κόσμου. Έτρεμα για την τύχη μιας Κατερίνας που μαράζωνε λίγο έξω από το δάσος ενός χωριού που ακόμα και οι χάρτες προσπερνούν. Δεν είχε κλείσει χρόνος από τον θάνατο του μπαμπά και το μυαλό μου ήταν σε μια μικρή που μια μέρα το είχε σκάσει από το σπίτι γιατί η θεία της την ξυλοφόρτωνε τα πρωινά και τα βράδια ο μπάρμπας της έβαζε χέρι.

    Κάθε επόμενο πρωί το παζλ συμπληρωνόταν κι από λίγο. Δίσταζα ακόμη και να βαδίσω από εκείνη τη μεριά του οικοπέδου. Η αμηχανία από τα βραδινά σόου δίπλα δεν έφευγε, όσες φορές και να ξημερώσει, όσα τσιγάρα και να σβήσω στις μυρμηγκοφωλιές που έβρισκα στο χώμα για να ξεφύγει το μυαλό μου. Μα κάθε φορά κατασκήνωνα έξω από το παράθυρο του δωματίου μου, γιατί το σήμα του wifi δεν έφτανε μέσα και αυτές οι δόσεις δράματος με έκαναν να ξεφεύγω κάπως από την ανία που με έπνιγε. Έλα όμως που η παράνοια αυτή φούντωνε κάθε φορά που κοιτούσα την Κατερίνα. Αυτό το αυθόρμητο χαμόγελο που χάριζε κάθε φορά, αυτό που φώτιζε το υπέροχο φακιδωτό πρόσωπο της, ήταν βουτηγμένο όλο και περισσότερο μέσα στην πίκρα. Και εγώ, σαν σωστό μαλακισμένο, καθόμουν απέναντι της σαν να μην συμβαίνει τίποτα για να κλέψω λίγο ίντερνετ.

    Οι μέρες περνούσαν. Η μαμά δεν τα πήγαινε καλύτερα, αν και οι διακυμάνσεις της είχαν εκλείψει. Ήταν σε μια κατάσταση που δεν μπορούσα να την βοηθήσω αν δεν το ήθελε εκείνη· και δεν το ήθελε. Ο μικρός είχε κοντέψει να λαλήσει που δεν είχε κάποιον να ασχοληθεί μαζί του, γιατί δεν του έδινα προσοχή και η προεφηβεία τού χτυπούσε την πόρτα κάνοντας τον πολύ πιο σπαστικό από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Ήμουν σε αδιέξοδο, χωρίς να έχω κάπου να ξεσπάσω και χωρίς ιδέα πως να γλιτώσω την Κατερίνα.

    Και έβλεπα τα δόντια της να σφίγγουν λίγο-λίγο. Οι αντοχές της έσβηναν. Τα όμορφα φορέματα, τα φλεγόμενα μαλλιά και το ραδιοφωνάκι της δεν έκρυβαν άλλο τις βαθιές ανάσες που έκαιγαν το στήθος της. Ήταν σαν ένα ζώο άγριο και υπέροχο η Κατερίνα, που είχε ξεγελαστεί για να μείνει αλυσοδεμένο βάναυσα σε έναν πάσσαλο. Και αυτό το χαμόγελο της πια μου ξερίζωνε τη καρδιά. Για αυτό μάζεψα όσο θάρρος είχε κάτσει κάτω, το κατέβασα άσπρο πάτο και άρχισα να της μιλάω. Χωρίς νεύματα ή άβολες ψιλοκουβέντες.

    Ήταν συναρπαστικό. Κανείς δεν θα μπορούσε να με καταλάβει. Η Κατερίνα ήταν έξυπνη, πραγματικά έξυπνη και πνευματώδης. Ήταν μια όαση κανονικότητας στην έρημο του παραλόγου που ήμασταν θαμμένες. Ήταν τόσο χορταστικό να την ακούς και να την βλέπεις και αυτή τόσο διψασμένη να τα πει κάπου. Έβλεπες την όρεξη, τον ενθουσιασμό της στις μικρές μας συζητήσεις στα γκρίζα μάτια της. Άκουγε ανυπόμονα και μιλούσε λαίμαργα, αλλά πως να θυμώσεις μπροστά σε τέτοια ανέλπιστη χαρά; Γιατί φαινόταν πραγματικά χαρούμενη και με παρέσερνε μαζί της τόσο που εγώ ξεχνούσα την μάντρα ανάμεσα και εκείνη τον πάσσαλο της.

    Και την κάλεσα στο σπίτι για έναν καφέ. Αλλά δεν μπορούσε, είπε. Ήταν το έξω για εκείνη, και δεν γινόταν να το φτάσει. Δεν μου εξήγησε γιατί, αλλά έκανα πως καταλάβαινα. Για αυτό αρκέστηκα να μιλάμε κάθε φορά κι από λίγο από την μάντρα, όσο τάιζε μερικά γατάκια με αποφάγια και νερωμένο γάλα.

    Η Κατερίνα είχε κλείσει τα εικοσιένα μερικές εβδομάδες πριν. Δεν είχε συγγενή εδώ, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Περιστέρι. Οι γονείς της πέθαναν όταν πήγαινε δημοτικό και το κράτος την πάσαρε στους θείους. Η ζωή με αυτούς, με τα μισόλογα που εντέχνως άφηνε να αιωρούνται, ήταν εφιάλτης σκέτος και πριν καλά-καλά τελειώσει το γυμνάσιο τα όρια της εξαντλήθηκαν. Το έσκασε με κάτι δεκάρες για το τρένο μέχρι να την βρει το τρακτέρ του κυρ Θωμά και να την μαζέψει. Πίστεψε πως θα την βοηθούσαν να ορθοποδήσει για λίγες μέρες, αλλά δεν πήγε έτσι. Ήταν πολύ μικρή, έλεγαν, και δεν μπορούσε να τρέχει από εδώ κι από 'κει. Για αυτό θα έμενε εδώ για όσο χρειαζόταν. Όμως το χωριό θα άρχιζε να μιλάει. Έτσι η Κατερίνα μπήκε σε πλειστηριασμό και κατοχυρώθηκε στον Κώστα, που την έκλεισε στο σπίτι από ζήλεια. Η φάρσα αυτή ονομάστηκε αρραβώνας για να ανήκει και “επίσημα” σε αυτό τον άνθρωπο, με τις ευλογίες της φαμίλιας. Η Κατερίνα ανέπτυξε έτσι τον φόβο της. Ήταν κρατούμενη με τον φύλακα να απολαμβάνει νύχτα παρά νύχτα τη σύλληψη της στο ντιβάνι. Εκείνη το υπέφερε πικρά, αλλά το υπέφερε. Και υποσχόταν στον εαυτό της πως κανείς δεν θα μπορέσει να την κρατήσει για πολύ ακόμα εδώ. Το παζλ μου είχε πια ολοκληρωθεί και ήταν αποκρουστικά σκληρό.

    Η θέση μου είχε δυσκολέψει τρομερά. Η ιστορία αυτή εξελισσόταν μπροστά μου και εγώ έριξα το κεφάλι μου σε κάτι που μέχρι πριν λίγο δεν με αφορούσε. Ή με αφορούσε από την στιγμή που πάτησα το πόδι μου. Δεν ξέρω. Θέλω να πω, εκεί στο Κωσταλέξι αντίστοιχα σίγουρα οι γείτονες είχαν μια ιδέα και κάποια επιλογή να κάνουν, και όλοι διάλεξαν το ίδιο· να μην ανακατευτούν. Και βρισκόμουν τώρα, χρόνια μετά, πάνω στην ίδια επιλογή. Να ανακατευτώ σε κάτι άδικο και αποτρόπαιο για μια ψυχή που δεν ξέρω αν θέλει η ίδια να σωθεί; Ή να κάτσω στην άκρη μέχρι να φύγω για να μη με αφορά πια;

    Γιατί με κάθε δύση του ήλιου, κάθε κραυγή του δύστυχου ντιβανιού και κάθε ψυχοφθόρο κατσάδιασμα της Κατερίνας, η κρίση μου θόλωνε. Και ναι, και τώρα και τότε γνώριζα ποια είναι η σωστή επιλογή, δεν είμαι ηλίθια. Όμως κανείς σας δεν γεννήθηκε ήρωας για να τολμήσει να κρίνει. Διότι αν εσείς βλέπετε τώρα το δίλημμα σαν αράζετε τον κώλο σας, εγώ βρισκόμουν όλο και πιο κοντά, αντιμέτωπη με αυτό κάθε λεπτό κάθε μέρας. Και η σύγχιση μου δεν ήταν φτιαγμένη από ηλίθιες ηθικολογίες κάποιου κακογραμμένου ρόλου του Χόλιγουντ, μα από ατόφιο πανικό.

    Η διστακτικότητα μου έκανε το ημερολόγιο να βουλιάζει όλο και πιο πολύ μέσα στον Αύγουστο. Ο χρόνος μου χανόταν και τίποτα δεν με διευκόλυνε. Ο μικρός με την ανυπόφορη γκρίνια του για την Αθήνα και το playstation είχε σπάσει το φράγμα της χριστοπαναγίας και η μαμά στεκόταν σταθερά μέσα στην μανιοκατάθλιψη που δεν την άφηνε να “γεμίσει της μπαταρίες της” ή να “αλλάξει παραστάσεις”. Για αυτό γυρνούσα το σπίτι ή καθόμουν σκυθρωπή στη σπαστή καρέκλα μου με το τελευταίο ανορεξικό τσιγάρο που μου έμεινε να στρίψω όσο έβλεπα βίντεο με συνταγές στο fb για να ξεχαστώ. Μου είχε στοιχίσει που την προτελευταία μέρα σχεδόν παρακάλεσα την Κατερίνα να πάμε μια βόλτα μαζί, έστω στο δάσος για να μπορέσω να την αποχαιρετήσω και μου αρνήθηκε περίεργα για άλλη μια φορά. Μου είπε πως δεν γίνεται να μπει εκεί μέσα, αν υπάρχει έστω ένας που θα πάει την βγάλει από εκεί.

    Η μαμά είχε την φαεινή ιδέα να φύγουμε τα ξημερώματα για να αποφύγουμε την κίνηση. Μαζέψαμε τα μίζερα μπαγκάζια μας και τα φορτώσαμε μίζερα σε ένα πορτ μπαγκάζ ενός μίζερου Citroen δεκαετίας για να λαγοκοιμηθούμε σαν καλόγεροι ως τις τέσσερις παρά.

    Αλλά δεν γινόταν να τελειώσει έτσι μια ιστορία σαν αυτή.

    Το σόου δίπλα, ειδικά και μόνο για το τελευταίο βράδυ μας, είχε πηδήξει μερικές σκηνές και ξεκινούσε ακριβώς πριν την αυλαία. Η σπασμένη φωνή της Κατερίνας δεν περιείχε πια την αναιδή σιγουριά που απέκρουε επιδέξια τις εκρήξεις του Κώστα, που μετέδιδαν τον θυμό του από το λαρύγγι στα άκρα. Και ξεσπούσε πάνω σε έπιπλα, σε τοίχους και ό,τι άλλο έπιανε η ματιά του. Όλα αναστέναζαν άψυχα με τη σειρά τους, μέχρι ένας βαθύς κρότος διαπέρασε το παράθυρο μου. Η ματιά του είχε πιάσει την Κατερίνα.

    Πετάχτηκα άτσαλα πάνω και πήδηξα την διαδρομή μέχρι την πόρτα. Γλίστρησα έξω με την ανησυχία να μου ξεχειλίζει το κεφάλι και στραμπούλιξα το πόδι μου στη γωνία του σπιτιού για να δω κρυφά. Η Κατερίνα είχε πέσει στο πλάι κρατώντας το λαιμό της κάτω από το λαμπτήρα της αυλής. Ο Κώστας, αναψοκοκκινισμένος και εκτός ελέγχου, ούρλιαζε και βλαστημούσε πάνω της με μανία σαν να ήταν ένα κομμάτι κρέας, ένα ζώο που τόλμησε να αψηφήσει τον πάσσαλο και το αφεντικό του. Εκείνη δεν έκλαιγε, μόνο κατάπινε πικρά τις ανάσες της. Ήταν παραδομένη μπροστά του και το μόνο που της είχε μείνει σαν όπλο ήταν αυτό το κομμάτι αέρα που τους χώριζε. Η ζυγαριά του διλήμματος μου είχε πια γείρει.

    Τα μουδιασμένα μου βήματα στα αγριόχορτα με πρόδωσαν στο κτήνος που μέχρι πριν δεν μπορούσε να με ξεχωρίσει. Το βλέμμα του είχε κλειδώσει επάνω μου. Περιεργαζόταν τρόπους να με σπάσει μέσα στα φλεβώδη χέρια του, το ένιωθα. Η ράχη μου πάγωσε και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν πως αν ήταν να κάνω κάτι, έπρεπε να το είχα κάνει ήδη. Με τα ασταθή βήματα του μεθυσμένου κτήνους να το φέρνουν όλο και πιο κοντά στο πορτάκι και το μέρος μου, κατάλαβα. Είχα χάσει. Είχα χάσει και για τις δυο μας.

    Αλλά τα βήματα του κτήνους σταμάτησαν πριν με πιάσει. Η Κατερίνα είχε χώσει ένα ψαλίδι ακριβώς πάνω στον σβέρκο του και το έκανε να σκυλιάζει πνιχτά ενώ πότιζε με σκούρο αίμα το τσιμέντο. Πέρασα το πορτάκι και πήδηξα πάνω του. Τον γύρισα ανάσκελα και άνοιξα το ψαλίδι για να το μπήξω πάνω στη στο στέρνο, το λαιμό και τα μάτια του τόσες φορές που να χάνεται μόνο του μέσα.

    Ο πανικός μου έσβησε απότομα και με έσπρωξε παραπέρα, όσο η Κατερίνα με αναπνοή έτοιμη να κοπεί άφησε το βλέμμα της από το κτήνος για να δει τα γυμνά πόδια της μέσα στο αίμα, αλλά χωρίς αλυσίδα σε κάποιο πάσσαλο. Ήταν έξω πια. Χαμογέλασε πλατιά και με δυσκολία μου ψέλλισε κάτι που έμοιαζε με “σ' ευχαριστώ”, πριν την χάσω. Έτρεξα μέχρι τον χωματόδρομο για να την δω ήρεμη να βαδίζει προς το δάσος μέχρι να την καταπιεί. Μουρμούρισα χαμένα ένα “κι εγώ” και γύρισα θολωμένη μέσα, σβήνοντας τη λάμπα της αυλής και σπρώχνοντας το πορτάκι πίσω μου.

    Κλείδωσα μια φορά, είπα ότι δεν ήταν τίποτα και έπεσα για ύπνο, με την ελπίδα ότι το άλλο πρωί και όλα τα επόμενα δεν θα άνοιγε ποτέ ξανά το ραδιοφωνάκι.

ΤΡΕΞΕ ΤΡΕΞΕ ΤΡΕΞΕ

<Keep Shelly In Athens ft Ocean Hope - Now I'm Ready>