Σελίδες

28.12.16

Η καμπύλη του Γκάους


Κατά Προσέγγιση

είκοσι φορές ο ίδιος Απρίλης
να κάθεται απάνω μου σα στάχτη
τσιγάρου από το στόμα μιας φίλης
που όταν βρισκόμαστε δεν μιλάμε,
μόνο ψεύτικα γελάμε σαν χαζοί
και σκορπάμε χωρίς να χαιρετάμε

και δεν βαριέται να με θάβει- ούτε
εγώ να θάβομαι, μα τα χέρια της
αργούν και τα κοράκια διψασμένα
σπεύδουν, φορώντας ράσα και καλώντας
γριές να στήσουν πανέρια γύρω μου
σπρώχνοντας φρέσκα νεφρά μισοτιμής

Τυχαίο Σφάλμα

σαν δείγμα καλοσύνης μιας ξαφνικής
εγκυμοσύνης μιας βασανισμένης
με τραύματα κάποιας άλλης εποχής,
βγήκα με συμπλέγματα νέας κοπής
κι αίματα να τρέχουν απ' τα χείλη μου
σαν να φιλούσα συρματοπλέγματα

μικρός, ως τιμών ακραίων προϊόν,
πάσχιζα με τις χούφτες να μαζεύω
τα όρια μου από τις γωνίες
των τάξεων και τους μαλακούς τοίχους
των τρελογιατρών που κόβουν, ράβουν και
μπουκώνουν καθετί που αποκλίνει

Τυπική Απόκλιση Ι (Ανηφόρα)

και πότε μού 'φταιγε η ανία μου
που πετσοκόβομαι σε μέσους όρους,
πότε μ' έτρωγε η μανία μου να
κόψω ένα-ένα τα κεφάλια σας
και πότε που έδινα σε μαλάκες
τη χαρά να με δουν σ' αυτά τα χάλια

μα τι κοιτάτε πια, νοικοκυραίοι;
φουσκώσατε σα σκύλες τις κοιλιές σας
βγάλατε τέρατα με εσάς φτυστά
και φύγατε σκαστοί με μια κάρτα στο
χέρι όσο σα βδέλλες γαντζώνονται
τα χρέη σας στις πλάτες των παιδιών σας

Κορυφή

στοιβαγμένοι σ' ένα λεωφορείο,
στη μέση τα γερόντια και στα τζάμια
οι μικροί- τσίλιες να κρατούν, ελεγκτές
μη μπουν και δεν προλάβουν να πηδήξουν
εν κινήσει μες στην κίνηση και την
πίσσα μ' εικοσάλεπτα στα μάτια τους

έτσι περνάνε πια οι μέρες μου- να
περιμένω με τον κλήρο στο χέρι
μήπως πει το νούμερο μου κάποιος σε
μια χαζή στολή- και να μην κοτέψω,
να του σπάσω τη μούρη σα τσογλάνι
και να κλαίνε οι γέροι τ' όνομα μου

Τυπική Απόκλιση ΙΙ (Κατηφόρα)

αλλά οι γέροι θα κάνουν χρόνια να
ξανακουστούν, και το μόνο που σπάει
είν' τα νεύρα μου, γιατί το τσογλάνι
κότεψε κι άρχισε να εύχεται να
μην τύχει το νούμερο του σήμερα
γιατί το τσογλάνι “έχει και δουλειές”

και αν η σχολή του δεν αποδώσει
και το συγγραφιλίκι δεν του βγαίνει,
τον άλλον Απρίλη θα 'χει αλλάξει,
θα φτιάξει νέα ζωή στην ύπαιθρο
μη πάει χαμένη τόση πρακτική
στο να σπέρνει απογοήτευση


Να 'ναι ο τελευταίος μας Απρίλης.

<BANKS - Mother Earth>

29.8.16

Vice versa(tile)

 
“Χα χα! Ρε τον Κοσμάκο... Κοίτα πως έδεσε τη γραβάτα. Αχ, αυτός ο άνθρωπος! Σωστό τρελοκομείο!”.

“Να το δεις, κάτι θα πάθει αυτός αν μια μέρα δεν τα θαλασσώσει κάπου. Χα χα!”.

Έτσι με καλωσόρισαν σήμερα στη δουλειά ο Δημήτρης και η Έλλη.

Ο ένας ανιψιός “στελέχους τρανού, πολύ ψηλά δηλαδή” όπως δεν παραλείπει ποτέ να λέει σε κάθε κοπέλα που κορτάρει εδώ μέσα. Τόσο ψηλά που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από συνέπειες, υποχρεώσεις ή ευθύνες στα εικοσιπέντε χρόνια του και έξι μήνες τώρα, περνάει τη μισή μέρα στους διαδρόμους ψάχνοντας θηράματα με φούστες και κορσέδες. Ποτέ δεν συμπάθησα ούτε την αυτάρεσκη φάτσα του, ούτε το σαρκαστικό γελάκι που είχε έτοιμο σε κάθε μας συνάντηση. Πρώτη φορά ελπίζω αυτό μου το αίσθημα να είναι αμφίδρομο.

Η άλλη γραμματέας κάποιου διευθυντή από το νομικό τμήμα στον επάνω όροφο, από αντίστοιχο “ψηλό” σόι ίσως, που κρίνοντας από τις δύο φορές που την είδα να δακτυλογραφεί, μαζί με το βιογραφικό θα παρέδωσε και μια ολόσωμη φωτογραφία. Δεν λέω, νοστιμούλα είναι, και ούτε που έχει πατήσει τα είκοσι ακόμη. Δεν κρύβω σας ότι για κάποιο διάστημα μου άρεσε κιόλας. Έτυχε να βρω μέχρι και το κουράγιο να της ζητήσω να βγούμε, να δειπνήσουμε σε ένα εστιατόριο που θα άντεχε ο πενιχρός μισθός μου. Αρνήθηκε με ένα τόσο υποκριτικό χαμόγελο και γύρισε στην ανάλαφρη δουλειά της λες και δεν σήμαινα τίποτα για εκείνη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έχει κι αυτές οι παρέες τώρα τελευταία, που την κάνουν όλο και πιο μισητή στα μάτια μου. Για να μη σχολιάσω αυτό το “Κοσμάκος” που έμαθε από το κακομαθημένο τον Δημήτρη και το πιπιλάει κάθε φορά με το που με βλέπει να της φέρνω τους φακέλους.

Αλλά δεν φταίνε αυτοί. Εγώ φταίω που ασχολούμαι ακόμα μαζί τους. Αλλά θα δουν πως έχει ο καιρός γυρίσματα. Θα έρθει η ώρα που θα καταλάβουν πόσο λάθος κάνουν παίζοντας μαζί μου. Μέχρι τότε, αρκούμαι στο να περιμένω δουλεύοντας κάθε πρωί σαν το σκυλί. Για πόσο ακόμα, άγνωστο.

Ανέβηκα τις σκάλες ως τον τρίτο τρέχοντας όπως όπως, με τον ιδρώτα να γλιστράει μέσα από το πουκάμισο και την φθαρμένη και ασήκωτη από το χαρτομάνι τσάντα μου να με κάνει να αγκομαχώ σαν κάποιον που μόλις πάτησε τα ογδόντα αντί των σαράντα. Βλέπεις, το χερούλι του χαρτοφύλακα μου έσπασε προχθές και αχρηστεύτηκε εντελώς από την μακρόχρονη χρήση και τη γκαντεμιά που με έχει βάλει για τα καλά στο μάτι.

Οκτώ και δεκατρία. Άργησα για δεύτερη φορά αυτή την βδομάδα. Δέκα λεπτάκια μόλις για το ρολόι του μακαρίτη του πατέρα μου, όμως σίγουρα παραπάνω για το πανάκριβο ρολόι του προϊσταμένου με τη κακή συνήθεια να πηγαίνει συνεχώς όλο και πιο μπροστά.

Γι' αυτό εξάλλου βρήκα (ή καλύτερα εκείνοι με βρήκαν πρώτα) και τα δύο κακομαθημένα της δουλειάς να στέκονται στην πόρτα, κλείνοντας μου τον δρόμο και πίνοντας όρθιοι, όπως κάθε πρωί, τον ίδιο λασπώδη και ανυπόφορα άγλυκο ελληνικό από τον κυρ Ανέστη απέναντι, μπροστά από τα γραφεία. Και τι γραφεία. Κάτι κατασκευές της πλάκας με περισσότερο μελάνι και σκόνη πάνω τους παρά “εκατό τις εκατό ξύλον οξιάς” όπως γράφει η μισοσβησμένη επιγραφή από σφραγίδα στο πλάι. Ακόμα θυμάμαι μια μέρα που έκανα χάζι τα σύννεφα που έτρεχαν στον ουρανό από το παράθυρο με τον χαρτοκόπτη στο χέρι και παραλίγο να τρυπήσω το γραφείο τόσο που να φτάσω ως το στενό συρταράκι που έχει από κάτω δεξιά. Ακόμα έχει το σημάδι, που πλέον έχω καλύψει με τις εκατοντάδες αιτήσεις που αιωνίως έρχονται και χωρίς τελειωμό έχω να αξιολογήσω όλο και πιο γρήγορα κάθε φορά για να μη με απολύσουν. Αλλά σήμερα το τελευταίο που με απασχολεί είναι πόσο φτηνιάρικο είναι το γραφείο μου. Όσο είναι ακόμα γραφείο μου. Σήμερα είναι σπουδαία μέρα για εμένα.

Μια ημέρα που μπορεί να ξεκίνησε με ένα ξυπνητήρι που αμέλησε τη δουλειά του ή με εμένα να σηκώνομαι άρον άρον και να βγαίνω έξω χωρίς να χτενιστώ, πόσο μάλλον να ξυριστώ, να φορέσω σιδερωμένο πουκάμισο ή να δέσω σωστά τη γραβάτα μου, αλλά θα φροντίσω να τελειώσει θριαμβευτικά. Εφόσον ο προϊστάμενος άφησε την χαρακτηριστική στρυφνάδα για την αργοπορία μου μαζί με το γελοίο περουκίνι του σπίτι σήμερα το πρωί, βέβαια. Δεν έχει φανεί ακόμα πάντως, ούτε αυτός ούτε το τσούρμο εκπαιδευόμενων που έρχονται από τις παραδίπλα αίθουσες με το που μυριστούν δερμάτινο παπούτσι και κοστούμι από το εξωτερικό για να τα γλείψουν αμφότερα δίχως αύριο. Τίποτα παραπάνω από δυο χούφτες τυχάρπαστα παιδαρέλια είναι, ούτε εικοσιδύο το μεγαλύτερο από αυτά, φοιτητούδια κατά πλειοψηφία, με μοναδική προϋπηρεσία την αφαίμαξη πορτοφολιών ταλαίπωρων πατεράδων και δύσμοιρων μανάδων. Κάθε φορά που τα βλέπω να έρχονται με καφέδες και ποτήρια νερό στο χέρι, έρχονται στο νου μου τα γράμματα της μάνας μου, γεμάτα μουτζούρες και ορθογραφικά λάθη, να μου γράφει για τις θυσίες που κάνουν για να μείνω στην Αθήνα και να σπουδάσω και με πιάνουν τα νεύρα μου. Πόσο πικράθηκα όταν έμαθα ότι ο πατέρας μου δεν θα προλάβει να με δει πτυχιούχο.

Τα γραφεία στοιχισμένα δεξιά και αριστερά είναι ήδη κατειλημμένα από χλωμά, όρθια σκηνώματα με γκρίζα σακάκια αντί για σάβανα, που ρυπαίνουν τα αφτιά μου με ρυθμικά χτυπήματα μιας γραφομηχανής επί εκατό όταν δεν βαδίζουν βαριεστημένα από τη μία μεριά της αίθουσας στην άλλη, μεταφέροντας στα χέρια ουρανοξύστες φτιαγμένους από χαρτί. Ευτυχώς η μεσαία στήλη γραφείων είναι σχεδόν άδεια, ο χοντρομπαλάς Φώτης και το χούι του να τρώει λαίμαργα τυρόπιτες στο πισινό γραφείο είναι απόντες. Σαν να φτιάχνει από νωρίς η μέρα σήμερα, σκέφτηκα. Μέχρι που τον είδα να ξεπροβάλει, με μια σακούλα στο χέρι που υποσχόταν πολλά για το στομάχι και την χοληστερίνη του. Μα ούτε αυτός θα μου χαλάσει τη διάθεση αυτό το πρωί.

Η δουλειά τις Τετάρτες κοπάζει συνήθως λίγο πριν το διάλειμμα στις δώδεκα. Ο ουρανοξύστης του γραφείου μου τρώγεται σιγά σιγά από κάτω προς τα πάνω και άφησα μονάχα μερικές αγγαρείες, που κάλλιστα θα μπορούσε να κάνει ο προϊστάμενος μου, αν δεν είχε να διευθετήσει από το τηλέφωνο κάποια σοβαρά ζητήματα, όπως τι ώρα θα βγει απόψε για φαγητό με τον μπατζανάκη του, που τυχαίνει κατά διαβολική σύμπτωση να είναι και υπεύθυνος ολόκληρου του τμήματος μας.
Οι αιτήσεις έχουν γίνει τόσο κοινότυπες με τον καιρό, που μπορώ να μαντέψω σε τι φάκελο για αποστολή να βάλω την καθεμιά, μόνο από την υπογραφή- ένα παιχνίδι που μπορώ να παινευτώ πως με τον καιρό έμαθα να παίζω πολύ καλά. Αυτή τη φορά όμως δεν έχω διάθεση να παίξω. Μια γλυκιά αγωνία έχει ριζώσει στο στήθος μου και νιώθω την καρδιά μου έτοιμη να πηδήσει έξω από στιγμή σε στιγμή. Σκηνοθετώ στο μυαλό μου τη σκηνή όπου ο υπεύθυνος θα κάνει την είσοδο του στην αίθουσα και θα αναγγείλει μπροστά σε όλους αυτούς τους κοιμισμένους και τα κωλόπαιδα ότι μόλις προάχθηκα σε προϊστάμενο. Δεν θα αργήσουν να ξεσπάσουν χειροκροτήματα από χαμηλωμένα χέρια ανθρώπων με χαμηλωμένα βλέμματα, μόλις συνειδητοποιήσουν ότι θα διαδεχθώ τον κακότροπο, αγενή και βλάχο κύριο Στάμο με το που συνταξιοδοτηθεί ως το τέλος του μήνα. Η κυβέρνηση φαίνεται πως έκανε και μια φορά κάτι καλό για εμάς τους ιδιωτικούς υπαλλήλους.

Μοναδικός ανταγωνιστής μου σε αυτή τη θλιβερή κούρσα ήταν και παραμένει ο Καλαντζής, ένας ηπειρώτης που δώσαμε συνέντευξη και προσληφθήκαμε μαζί, στις εκλογές του '17 νομίζω. Εγώ μ' έναν κόμπο στο στομάχι από το άγχος ενός εικοσιπεντάρη, εκείνος με μια πίπα στο στόμα να φυσά και ξεφυσά χωρίς έγνοια. Από τότε υποπτευόμουν μήπως είναι κομμουνιστής ή κάτι τέτοιο και φρόντιζα να μην έχω πολλά πολλά μαζί του. Δεν θα παίξω το κεφάλι μου κορώνα γράμματα για ρεμάλια σαν την αφεντιά του. Ακόμα τον πετυχαίνω μερικές φορές στην είσοδο τα πρωινά, όταν πηγαίνει με αυτό το κακόγουστο μουστάκι του που τρεμοπαίζει από το ψύχος να πάρει καπνό για την πίπα του. Την ίδια πίπα από τότε. Μια άθλια και απελπιστικά παλιά πίπα που φλομώνει όλο τον όροφο και εκείνος κάθεται ατάραχος στο γραφείο του, προκλητικά δίπλα από το παράθυρο που ποτέ δεν ανοίγει. Πόσο αργόσχολος που είναι και πόσο απρόσεκτος. Βγάζω σχεδόν τη διπλή δουλειά καθημερινά και με λιγότερες παρατηρήσεις- θα μπορούσα και με καθόλου αν ο προκάτοχος μου δεν μ' είχε βάλει τόσο στο μάτι. Και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τον κρατάει εδώ, θα μπορούσε να πάρει οποιονδήποτε στη θέση του και θα έκανε καλύτερα τη δουλειά. Έμενε μόνο σε μια χαλαρή παρατήρηση, αραιά και που τον καλούσε στο γραφείο του για επίπληξη. Να δεις που έχει δόντι εδώ μέσα.

Ως τώρα μοιάζει με ένα συνηθισμένο οκτάωρο μιας συνηθισμένης ημέρας. Πιάνω όμως τον εαυτό μου να φοβάται, μήπως μπέρδεψα τις μέρες και όλο αυτό είναι ένας ευσεβής πόθος, μήπως οι ημερομηνίες συνέπεσαν ως ένα σχέδιο μιας κακής φάρσας που σκάρωσαν πάλι οι διόλου αξιότιμοι “συνάδελφοι”. Αλλά από την άλλη, αποκλείεται να σχεδίασαν κάτι τόσο κακόγουστο και φτηνό ακόμα και για αυτούς. Σίγουρα θα ξέρουν πως είμαι κατά πολύ καλύτερος τους. Κατά βάθος μπορεί και να με ζηλεύουν, για αυτό με σχολιάζουν πίσω από τη πλάτη μου και με κακολογούν στους από πάνω. Γιατί σίγουρα θα το κάνουν κι αυτό. Αλλά όχι, σήμερα δεν θα δώσω σημασία. Όχι στη μέρα μου.

Το ρολόι του πατέρα μου θα δείξει σε λίγο έντεκα και μισή. Ο χάρτινος πύργος στο γραφείο μου χάθηκε, με μερικές δεκάδες μόνο αιτήσεις να έχουν μείνει εκεί που άλλοτε δέσποζε. Τις τακτοποίησα όπως όπως μέσα στο συρταράκι και τώρα σκαλίζω με τον χαρτοκόπτη το σημάδι από πιο παλιά, για να φτάσω πιο βαθιά, πιο κάτω, μέχρι να καταστρέψω εντελώς αυτό το ήδη λιωμένο από το σαράκι γραφείο που τόσο μισώ. Που τόσο καιρό πέρασα από πάνω του, εγκλωβισμένος ανάμεσα σε ανθρώπους που μισώ και αγνοούν την αξία μου. Όλα αυτά σε λίγο θα περάσουν. Θα έχω την χαρά να μην ξαναδώ ποτέ ξανά αυτό το γραφείο και θα πάρω ένα νέο από αυθεντικό ξύλο στον πέμπτο όροφο, με την Έλλη για γραμματέα μου και θα την κάνω να καταλάβει τι ευκαιρία έχασε κοντά μου. Αυτή όπως και όλοι οι άλλοι κρετίνοι που αναλώνονται καθημερινά στο να πετούν λάσπη πάνω στο όνομα και τη δουλειά μου.

Ο υπεύθυνος του προσωπικού μπαίνει ορμητικά μέσα, με τον προϊστάμενο καλοντυμένο και κορδωμένο ένα βήμα πίσω του. Δεν τους κατάλαβα στην αρχή, είχα απορροφηθεί πλήρως από το γραφείο και τον κρατήρα του. Με ένα φρόνιμο χαμόγελο κουμπώνει το μεσαίο κουμπί του κοστουμιού του και βαδίζει με ώριμη χάρη ως τα πρώτα γραφεία της αίθουσας. Ξαφνιάστηκα τόσο που άρχισα να τρέμω- δεν ξέρω αν ήταν από το άγχος ή την ανυπομονησία μου. Η στεντόρεια φωνή του κάλυπτε κάθε ψίθυρο ή χτύπο γραφομηχανής στην αίθουσα.

“Θα ήθελα τη προσοχή σας, παρακαλώ. Έχω να σας ανακοινώσω κάτι. Μην σκοτεινιάζετε, παρακαλώ και μην ανησυχείτε. Χαμόγελα θέλω να βλέπω, ευχάριστα νέα σκοπεύω να σας φέρω και μόνο”.

Σπρώχνω την καρέκλα μου όσο μπορώ πιο σιγά και σηκώνομαι αργά, λόγω της μέσης μου, στηριζόμενος με τα ακροδάχτυλα στις άκρες του γραφείου. Κοιτάω κάτω, χαμογελώντας μάλλον., Πάντως μέσα μου χαμογελούσα. Περιμένω τον σεβαστό, και όπου να 'ναι ένα σκαλί της ιεραρχίας πιο κοντά σε εμένα, υπεύθυνο του προσωπικού να ανακοινώσει τα χαρμόσυνα μαντάτα.

“Όπως έχετε ακούσει, και είμαι σίγουρος ότι έχετε ακούσει, ο αγαπητός σας προϊστάμενος κύριος Στάμος πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί οσονούπω και η θέση του μένει κενή. Θέλω να ευχαριστήσω τον κύριο Στάμο ενώπιον σας και να σας πω ότι η θέση του αφήνεται σε ικανά χέρια. Παρακαλώ χειροκροτήστε και υποδεχθείτε τον νεαρό συνάδελφο και διάδοχο προϊστάμενο σας, κύριου Δημήτρη Ζέρβα!”.

Ο Δημήτρης ξεπήδησε πίσω από τον υπεύθυνο και δέχτηκε χαμογελώντας τα χειροκροτήματα, σαν να ήταν για εκείνον. Και ένα από αυτά ήταν της Έλλης, που με περασμένο το χέρι της γύρω από τον αγκώνα του έδινε τον ρυθμό στα άλλα πτώματα, μέχρι που εκείνος έσκυψε και την φίλησε. Το κάθαρμα. Εκμεταλλεύτηκε την σύγχυση και πήρε παραμάσχαλα μαζί την τσούλα του.

Δεν κατάλαβα ακριβώς τι συνέβη. Ούτε πως έφτασα μέχρι τα πρώτα γραφεία, ένα παιδικό τραύμα στο αριστερό μου γόνατο μου απαγορεύει να τρέχω. Τα παλαμάκια σύντομα έγιναν στα αφτιά μου άσχημα ουρλιαχτά. Θυμάμαι το ασιδέρωτο πουκάμισο μου που όχι μόνο είχε τσακίσει στο πλάι, αλλά τώρα είχε λερωθεί κιόλας. Πόσο γελοίος θα φάνταζα εκείνη τη στιγμή, Θεέ μου. Και ειδικά με τον χαρτοκόπτη στα χέρια μου, θα με πήραν για τρελό. Πόσο ρεζιλεύτηκα, δεν θέλω να ξέρω.

Ένιωθα δεξιά και αριστερά τα νεκρά τους βλέμματα να έχουν καρφωθεί επάνω μου παγωμένα. Οι αχρείοι. Ποιοι νομίζουν πως είναι; Τι νομίζουν πως θα μου κάνουν; Ότι θα νιώσω τύψεις; Σιγά, ένα τόσο δα κοψιματάκι στον λαιμό έπαθε ο κύριος προϊστάμενος, και αυτό κατά λάθος. Έτυχε. Τι να κάνουμε αν αυτός είναι μυγιάγγιχτος και γλυκοαίματος; Κι αν με ρωτάς, καλά έπαθε. Αν θες να ξέρεις, αυτή η θέση ήταν δική μου. Και του προϊσταμένου, και του υπευθύνου και του διευθυντή και όλες. Όλες τις θέσεις και όλα τα γραφεία μου χρωστάτε για τη δουλειά που σας έχω βγάλει εδώ μέσα. Εγώ σας ξελάσπωνα όλα αυτά τα χρόνια. Το καταλαβαίνετε αυτό, παλιοκανάγιες; Το καταλαβαίνετε; Φύγετε από την πόρτα μην πάρω και τη δική σας θέση. Και μη ακούσω να ρωτάτε το γιατί.

Σήμερα είναι η μέρα μου ρε μπάσταρδοι. Η πιο σπουδαία μέρα μου.

Σήμερα γιορτάζω γαμώ τον Χριστό σας και το μουνί που τον πέταγε.

Σήμερα είναι τα γενέθλια μου.


 <King Krule - Α Lizard State> 

Μισώ τα σ/κ.

24.4.16

(cock)roaches

 
φτύνω στις ρίζες του δέντρου απ' όπου έπεσα
και όχι γιατί δεν με έμαθε να εκτιμώ
μα γιατί μέσα του τα μέσα μου αναίρεσα

και τα 'ριξα συνάλλαγμα για μια πρέζα θυμό
που τρώει τα σπλάχνα μου χωρίς να πολεμάω
να τη βγάλω, αλλά να τη ξοδεύω με φειδώ

σ' έπιπλα ή όνειρα σκατά που με κρεμάω
στον φωταγωγό μέχρι να ξυπνήσω πάλι τρεις
με κομμένη γκλάβα και λαλιά να βλαστημάω

που δεν κύλησε λίγο κεφάλι κάπου χωρίς
τρόλεϊ να με σκουντάνε πάνω στους αγκώνες
μ' επιβάτες να ζητούν την πτώση μου αιμοχαρείς

-ποινή που δεν έκατσα να μάθω τους κανόνες-
και ταξιτζήδες να μου γαμάνε Παναγίες
περνώντας ξυστά για να στουκάρουν σε κολώνες

***

καίω τα κλαδιά του δέντρου απ' όπου μ' έριξαν
εκδίκηση για να καλύψω την μανία μου
στον καπνό, τη σήψη και τη φωτιά που μ' έπνιξαν

να 'χω κάτι ν' απασχολήσω την ανία μου
μέχρι εγώ να γίνω σαν τα μούτρα τους κι αυτοί
όπως κάθε εφιάλτης κάθε αδύναμου

να γράψω ότι απ' τους τοίχους είχε ξεγραφτεί
στο απέναντι μπαλκόνι και να δω γκριμάτσες
που θα κάνετε πριν μ'αίμα το σπίτι σας βαφτεί

να τρέξω στην πίσσα με φόρα απ' τις ταράτσες
να χαρμανιάσω στην άσφαλτο και στο χαλίκι
να γίνω πιο νόθος κι απ' τις δικές σας ράτσες

ν' ανεβώ ξανά στις κούνιες σας με νταηλίκι
να γυρνώ τις αλυσίδες γυρ' απ' τον πάσσαλο
να τις σπάω μ' ουρλιαχτά που κάνουνε οι λύκοι

***

κόβω τον κορμό του δέντρου όπου κρεμάστηκα
με αγχόνη φτιαγμένη απ' ανθρώπινους καρπούς
τιμωρία της φάρας μου που δεν ασπάστηκα

έθιμα και ήθη απ' το Τσέρνομπιλ και λοιπούς
της πυρηνικής φαμίλιας μας- μπάσταρδους θείους
να μεθάνε βρίζοντας και σφυρίζοντας σκοπούς

κοιμισμένοι μέσα σ'όνειρα γεμάτ' αγρίους
κι ονειρώξεις που τραπεζίτες γίνονται πάλι
με γκαφρά απ' ανθρώπους με πεσμένους γομφίους
   
κάθε ζωή και μία ποινή- κάθε κεφάλι
με θέματα ένθετα σαν τις εφημερίδες
κάθε συγγένεια και ρόζος απ'τη σκυτάλη

σ' έναν στίβο από αδένες και κλειτορίδες
να τρέχει κάθε γιος, κάθε κόρη, κάθε βρέφος
να μπουν στις πόρτες του ψυγείου σαν κατσαρίδες

<Fog Lake - It Was Never Enough>
 
Μην τους κοιτάτε στα δόντια ρε κρετίνοι. Έχουν οδοντόκρεμες. Οι γλώσσες τους λείπουν.

23.1.16

SC(/)SI

Τελείως άσχετο γκιφ. Μου άρεσε η πόζα της κυρίας.
"Κοίτα πως την κάνανε τη χώρα μου". 

Μια ντουζίνα παρά κάτι συλλαβές ικανές να μού χαλάσουν την δίψα μου για κραδασμούς και βρώμικα τζάμια που εκθέτουν το είδωλο μου πάνω από την πίσσα και φτερά αμαξιών αγορασμένα από ηλίθιους με ηλίθια δάνεια. Και δεν είμαι τόσο αδιάφορος- ίσως να το παίζω- απλά μ'αρέσει να μεθάω με αφηρημάδα, ίσα-ίσα να μην απελπίζομαι το βράδυ που την πέφτω. Και δεν ξέρω γιατί με πείραξε. Ίσως και να 'μαι τόσο αδιάφορος τελικά.

Κάτι μου 'σπρωχνε την γλώσσα προς τα δόντια για να πω “εσύ τι έκανες για την χώρα σου;”, αλλά το μετάνιωσα σχεδόν τόσο όσο να το έλεγα πραγματικά. Όχι γιατί θα έμπλεκα σε μια συζήτηση με τον μαλάκα που κάθεται πίσω μου και δεν ξέρει καλά καλά να εκφράζεται, μα επειδή ήξερα από πριν κάθε απάντηση του και κάθε λέξη που θα χρησιμοποιούσα για να τον αντικρούσω. Βαριόμουν. Βαριόμουν να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και τη λογική απέναντι σε έναν κρετίνο που κηρύττει την αποψάρα του σε αγνώστους που το μόνο που θέλουν είναι να πάνε σπίτι τους.

Και θα έλεγε κανείς να τον αφήσουμε στην μοίρα του, ότι ούτε ο πρώτος είναι ούτε ο τελευταίος και πως πρέπει αν όχι να τους δίνουμε σημασία, να τους ανεχόμαστε με τα μάτια στο παράθυρο και τη γλώσσα στον κώλο.

Αλλά δεν γίνεται, και δεν φταίει που χάλασαν τα ακουστικά μου, που έκαναν τα σκηνικά έξω από το σπίτι υποφερτά, σαν βαρετό βίντεο κλιπ που μόνο εγώ το βλέπω. Δεν γίνεται να ακούς ρητορική εποχής σαράντα και να αγνοείς πόσο πίσω, πόσο πιο πίσω, έχουν μείνει να βολεύονται κάποιοι μαζί με τις θολές τους αναμνήσεις. Άνθρωποι που ζέχνουν απελπισία και όνειρα επιφάνειας των σέβεντις και έιτις, ναρκωμένοι από τις συνθήκες και την μπασταρδεμένη ευμάρεια. Τις "καλές τις εποχές", που όλοι γλεντούσαμε με τους συγγενείς που θέλαμε να εξοντώσουμε και να συναγωνιστούμε σε χλιδή με κούφιο χρυσό, αγαπούσαμε το κόμμα που μάθαμε να ψηφίζουμε απ'τον πατέρα και να ζούμε όπως πρέπει για την επόμενη δεκαετία με επιτόκιο 3%. Ένα κράμα απογοήτευσης, ξαφνικού ξεπεσμού και μεγαλομανίας. Μια ψυχολογική ανακολουθία που προσκολλάται και αρρωσταίνει οποιονδήποτε έρχεται σε επαφή με τον ξενιστή.

Και να που ακούς τον διπλανό του να τον σιγοντάρει και να του βάζει λόγια όσο νεύει επιδοκιμαστικά (μάλλον). Αυτός πιο συγκρατημένος, προσέχει πρώτα τι θα πει ο “αρχηγός” και μετά συμπληρώνει με ένα “έτσι” κάθε φορά. Θλιβερός.

"Ο άλλος ο αλβανός σκότωσε τη γυναίκα του, η άλλη η βουλγάρα σκότωσε τον γέρο στον καταψύκτη", "δεν ήμασταν έτσι πριν εισβάλλουν τα βαρβαρικά φύλα", "αυτό είναι παγκοσμιοποίηση, μια πανθρησκεία θέλουνε, και το έλεγε ο Χίτλερ, ο πρώτος που μίλησε για παγκοσμιοποίηση (εδώ ένα λολ), και ξέρεις ε, ο Χίτλερ έλεγε για την ΑΡΙΑ φυλή, που την είχε βασίσει στους έλληνες (*laugh track*)".

Γιατί οι δικοί σου μπάρμπα είναι οι ηθικοί και ευυπόληπτοι, εσύ δεν είσαι βάρβαρος που θες να πεθάνουν άλλοι γιατί δεν σου κάθονται καλά και όταν σκέφτεσαι άρια φυλή το πρώτο που σκέφτεσαι είναι ένας καστανός κοντοστούπης με κοιλιά, τρύπιο βρακί και χρέη στο ΤΕΒΕ.

Είναι που μισώ να με αναγκάζουν να σιχαίνομαι ανθρώπους από την συμπεριφορά και τις απόψεις τους. Το να μην τους έχεις γνωρίσει και να τους μισείς γιατί είναι ευάλωτοι, καλόβολοι και δειλοί. Που πρέπει να σκέφτεσαι πριν μιλήσεις στην κοπέλα με τις αποσκευές απέναντι- στην κυρία με τα γυαλιά ηλίου που την κάνουνε να φαίνεται σαν σκνίπα- στον κύριο που κρατάει το κοντάρι με τα λαχεία θλιμμένος και σκεφτόμουν να έπαιρνα ένα-δύο, να δω λίγο το πρόσωπο του να φωτίζει.

Οι εύκολοι άνθρωποι δεν θέλουν πολύ για να ξεθαρρέψουν, μόνο έναν να φαίνεται μπροστά, έναν ηγέτη, να μοιράζει τις νίκες και τις επιτυχίες και να δέχεται όλη την κριτική από τους ίδιους, για να μην φέρουν κάποια ευθύνη και ζημιωθεί η μικροαστική σαπίλα τους.

Μα τα βάζω μαζί σου, μπάρμπα, και δεν πρέπει, εσύ δεν φταις. Πίσω από τις αντιφάσεις, την κατήχηση διαστρεβλωμένων ή εντελώς αστείων αστικών μύθων που η αμάθεια σου διαδίδει αυτιστικά από τα στόματα εκπροσώπων της ημιμάθειας που σε “μορφώνουν”, ξέρουν καλά τι κάνουν. Σε ταΐζουν με τη πρέζα σου για να ψάχνεις τον δράκο στο δωμάτιο, να μην σου αφήνουν ούτε τα κουφώματα από τις πόρτες και μόλις φύγει η επίδραση να ρίξεις όλο το φταίξιμο στον δράκο. Με παρανοήσεις και βολικά ψέματα χτίζεις και συντηρείς αποψάρες, με τα βιβλία και τις διαφωνίες σκάβεις και ανακαλύπτεις γνώση.

Ίσως για αυτό να βαριόμουν.

Γιατί μου λείπουν και τα δύο.

Και όσο λείπουν δεν μπορώ να 'μαι καλύτερος από έναν μαλάκα που μουρμουρίζει στο λεωφορείο. Γιατί δεν είναι μόνο αυτός το μαύρο τέρας. Δεν είναι αυτός ο ηγέτης. Σε τούτες τις μέρες ο ηγέτης ακόμα λείπει και είναι ανοιχτή ως θέση για όποιον ενδιαφέρεται για πρόσληψη. Τώρα έχουμε να κάνουμε με ένα φάντασμα που περνάει τοίχους, από την λαϊκή ως το σχολείο και από την τηλεόραση μέχρι μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Και αυτή η πανούκλα δεν εξαϋλώνεται από μόνη της, δεν ελέγχεται με εμβόλιο ούτε καταπολεμείται με αγκαλίτσες και συνθήματα που περιέχουν το "μορφώστε".

Στρίβουμε όλοι μαζί από τον κεντρικό. Να η στάση μου. Πατάω το κουμπί και νιώθω την φωνή του να χάνεται σαν σε τούνελ. Φοράω τη σκισμένη σάκα μου, παραμερίζω τον διπλανό γεράκο και σηκώνομαι, μα πριν ανοίξουν οι πόρτες και κατέβω ρίχνω ένα βλέφαρο, να ξέρω με ποιον υποτίθεται είχα να τα βάλω αν είχα το κουράγιο. Δεν μπόρεσα. Μου έκρυβε τη θέα ένα κοντάρι με λαχεία.

Και ήθελα να αγοράσω και λαχείο για την πάρτη σου, μαλάκα.

Λάθος μέρα βρήκαν να μου χαλάσουν τα ακουστικά.

Λάθος μέρα βρήκα να νοιαστώ.

<Earl Sweatshirt - Off Top>